Χώρος και αριστερή πολιτική πράξη, της Αθηνάς Αθανασίου

της Αθηνάς Αθανασίου,

καθηγήτριας   στο Πάντειο

 
Ο Χώρος στην Αριστερή Σκέψη, της Ντίνας Βαΐου και του Κωστή Χατζημιχάλη, είναι ένα βιβλίο που δίνει χώρο στη δυνητικότητα του αριστερού στοχασμού και της αριστερής πολιτικής πράξης· ένα βιβλίο που αλλάζει τον τρόπο που φανταζόμαστε το χώρο κριτικά και που ο χώρος μας επιτρέπει να φανταστούμε.
Πολιτικά γεγονότα κοσμοϊστορικής σημασίας σηματοδοτούνται συνήθως με τους χωρικούς τους ενδείκτες: η κατάληψη της Βαστίλης, η Παρισινή Κομμούνα, η πτώση του τείχους του Βερολίνου, η κατάληψη της πλατείας Τιενανμέν, πρόσφατα η πλατεία Ταχρίρ και η αραβική επανάσταση, οι εξεγερμένες συλλογικότητες στις πλατείες της βόρειας και της νότιας ακτής της Μεσογείου. Αντίστοιχα, οι εξεγερσιακές ενσώματες γεωγραφίες πειθαρχούνται εκεί όπου διαδραματίζονται.

Η Ντίνα Βαΐου και ο Κωστής Χατζημιχάλης, στο βιβλίο τους, αναφέρονται εύλογα στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, που μετέτρεψε το χώρο της πόλης σε πεδίο μάχης και ενσώματης υπεράσπισης των κατακτήσεων στα οδοφράγματα. Μετά την ήττα, οι καθεστωτικές δυνάμεις σηματοδότησαν στο χώρο την επιστροφή στην τάξη ανεγείροντας μνημείο στο λόφο της Μονμάρτης, μια τεράστια άσπρη βασιλική, προκειμένου να υπογραμμίσουν το δήθεν «κοινό αίσθημα» της αστικής και εκκλησιαστικής εξουσίας (σελ. 36).
Τέτοιες οριακές στιγμές της πόλης παρέχουν το πεδίο για την ανάδυση μιας νέας γραμματικής της αγωνιστικής συλλογικότητας, αλλά και μιας νέας γραμματικής για την πολιτική του χώρου. Μοιάζει ο δημόσιος χώρος των νεωτερικών πόλεων και μητροπόλεων να είναι πάντα στοιχειωμένος από το φάντασμα της εξέγερσης και της επιθυμίας του ανασχεδιασμού. Ή, από την άλλη πλευρά, αλλά σε συνάρτηση με την πρώτη, μοιάζει πάντα η επανάσταση να εμπεριέχει μια φαντασία του χώρου.
Το βιβλίο στοχάζεται με υποδειγματική συστηματικότητα και ευαισθησία τη σχέση της Αριστεράς με το χώρο. Διερευνά τους τρόπους με τους οποίους ο χώρος εισέρχεται στην προβληματική της Αριστεράς, ιχνηλατώντας μια πυκνή αριστερή ιστοριογραφία, από τους ουτοπιστές σοσιαλιστές, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τους αναρχικούς γεωγράφους, τις υλίστριες φεμινίστριες, τον Γκράμσι, τον Λεφέβρ και τους Καταστασιακούς, έως τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ και την Ντορήν Μάσσεϋ, αλλά και νεότερα ρεύματα που αναδιατυπώνουν τη μαρξιστική παράδοση μέσα από την επίδραση της μετααποικιακής προσέγγισης, της θεωρίας του Μισέλ Φουκώ, των έμφυλων οπτικών για την πόλη και των νέων κοινωνικών κινημάτων χώρου.
Το βιβλίο, που προέκυψε από τέσσερα σεμινάρια που έγιναν το 2003 στο Ινστιτούτο Πολιτικού Προβληματισμού «Νίκος Πουλαντζάς» και επαναλήφθηκαν στα «Σεμινάρια της Ερμούπολης» το 2006, περιλαμβάνει επίσης κείμενα-παρεμβάσεις των: Γιώργου Πατρίκιου, Χάρη Κωνσταντάτου, Δήμητρας Σιατίστα, Σαλώμης Χατζηβασιλείου, Ρούλης Λυκογιάννη, Αγάπης Τσίκλη και Μαρίας Χαϊδοπούλου-Βρυχέα.
Καθώς οι συγγραφείς χαρτογραφούν τους κοινωνικούς δρόμους, τα περάσματα και τους τόπους που οραματίστηκε και οραματίζεται η Αριστερά, μας εμπνέουν να στοχαστούμε διατοπικά για το ποιος είναι ο χώρος της ριζοσπαστικής πολιτικής σήμερα. Ενώ καταπιάνονται με τη διαλεκτική χώρου και αριστερής σκέψης, μας προσφέρουν ένα καινοτόμο εγχειρίδιο αναφοράς που φέρει το οραματικό αποτύπωμα για μια πληθυντική ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά που «πιάνει τόπο» και «λαμβάνει χώρα», δηλαδή για μια Αριστερά που κινείται και συμβαίνει – που συμβαίνει στην κοινωνία και για την κοινωνία, που συμβαίνει στο χώρο αλλά και που δημιουργεί χώρο. Η αριστερή σκέψη για το χώρο αναμετριέται με τις ποικίλες όψεις εξουσιαστικής κυριότητας επί του χώρου, που σχετίζονται με την καπιταλιστική «συσσώρευση μέσω υφαρπαγής», σύμφωνα με τον Χάρβεϋ, αλλά και με τις ιεραρχικές προδιαγραφές φύλου, σεξουαλικότητας, εθνότητας και αρτιμέλειας.
Ο χώρος δεν είναι απλώς εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και αρένα πειθάρχησης, αλλά και φορέας μετασχηματιστικής πολιτικής δράσης. Σ’ αυτή τη διαλεκτική είναι που μας εισάγει το βιβλίο τούτο: στο χώρο δρομολογούνται αλλά και λοξοδρομούν οι νόρμες που συγκροτούν τους κυρίαρχους και κυριαρχικούς «κοινούς τόπους». Η συλλογιστική του βιβλίου στο σύνολό του διαπερνιέται από την ιδέα των «γεωμετριών δύναμης», μια φουκωική έννοια που επεξεργάστηκε η Ντορήν Μάσσεϋ, και που αφορά διαφορετικές κλίμακες χώρου, από το σώμα μέχρι το παγκόσμιο σύστημα. Μέσα από αυτή την οπτική, ο χώρος επιτελείται ως μια πολυσήμαντη αλληλοτομία κοινωνικών σχέσεων, διαδικασιών εξουσίας, διαφοροποιημένης και σχεσιακής συγκρότησης των ενσώματων υποκειμένων.
Η κεντρική αυτή μέριμνα του βιβλίου αφορά τη μετασχηματιστική ποιητική, μέσω της οποίας οι άνθρωποι υλοποιούν τη δυνατότητά τους να αλλάζουν τις συνθήκες που τους «βάζουν στη θέση τους», δηλαδή τους υπάγουν στις έμφυλες, ταξικές, οικονομικές και εθνικές προϋποθέσεις του ανήκειν. Οδηγούμαστε, έτσι, να αναζητήσουμε, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αυτού, πώς συνδέεται το σώμα με το χώρο, τι είδους σχέσεις εξουσίας αυτή η σύνδεση εμπεριέχει και διαταράσσει. Πώς πιάνει τόπο και δημιουργεί χώρο η εμπρόθετη δράση των ενσώματων υποκειμένων και η δυνατότητά της να υπερβαίνει την εξουσία μέσω της οποίας καθίσταται δυνατή. Κι ακόμη, πώς χαρτογραφείται, βιώνεται και σωματοποιείται ο χώρος από όσες και όσους υποβάλλονται στη βία της αορατότητας ή της υπερβολικής έκθεσης, και που η διεκδίκηση ελεύθερης ορατότητας στο δημόσιο χώρο είναι καθημερινό αίτημα επιβίωσης.
Η σχέση εξουσίας και χώρου αποτυπώνεται σε πολλαπλές ιστορικές περιστάσεις πειθάρχησης, εξαίρεσης και καταστολής, όπως είναι το απαρτχάιντ, η αποικία, το γκέτο, η θηλυκοποιημένη οικιακότητα, οι «περιφέρειες-ρεζέρβες εργατικής δύναμης» (Ερνέστ Μαντέλ, σ. 119), τα κέντρα κράτησης μεταναστών, τα σημεία στρατιωτικού ελέγχου, τα καθεστώτα συνοριακής αστυνόμευσης, η εξορία των «επικίνδυνων πολιτών» και ο φρονηματικός περιορισμός κοινωνικών μιασμάτων και παριών.
Όμως δεν είναι μόνο η βίαιη περιφρούρηση των «κοινών τόπων» του ανήκειν που διαδραματίζεται στη σκηνή του δημόσιου χώρου, αλλά και οι ετερόδοξες χρήσεις του, εκείνες οι χρήσεις που παρεμβαίνουν στη συναινετική κοινοτοπία του χώρου, αντιμιλώντας στις εθιμοτυπίες της. Τέτοιο παράδειγμα διαφορετικής επανενοίκησης, το οποίο τόσο εύστοχα αναπτύσσουν οι συγγραφείς, ήταν και τα «σπίτια χωρίς κουζίνες»: η καμπάνια των υλιστριών φεμινιστριών στα τέλη του 19ου αιώνα για τον ανασχεδιασμό του αστικού και οικιακού χώρου με βάση μια εναλλακτική έμφυλη οικο-νομία.
Το βιβλίο αυτό μας εμπνέει να επερωτήσουμε σχέσεις εξουσίας που «λαμβάνουν χώρα» σε εδαφοποιημένα ή απεδαφοποιημένα πεδία, όπως είναι το έθνος-κράτος και τα μετα-εθνικά δίκτυα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και η κυκλοφορία του κεφαλαίου, η οικογένεια και οι έμφυλες νόρμες. Όμως οι ανάγκες και οι επιθυμίες των ανθρώπων εμπλέκονται σε γεωμετρίες και γεωγραφίες δύναμης, χωρίς να υποτάσσονται σ’ αυτές: είτε απειθαρχούν στις ενδεδειγμένες θέσεις είτε αρνούνται να εκχωρήσουν τη θέση τους.
Καθώς διάβαζα το βιβλίο Ο Χώρος στην Αριστερή Σκέψη, έπεσε στα χέρια μου, στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ πριν από λίγες εβδομάδες, μια μικρή έκδοση με τον τίτλο Transport Stories: Μικρές ιστορίες καθημερινού ρατσισμού στα ΜΜΜ. Μια μετανάστρια από την Αλβανία αφηγείται μια σκηνή στο τρόλεϊ, με έναν ηλικιωμένο κύριο που επιχειρεί να «συμμαχήσει» μαζί της, υποθέτοντας την ελληνική της υπηκοότητα, εναντίον των Πακιστανών επιβατών, μέχρι που το κινητό της χτυπάει και εκείνη απαντά στα αλβανικά, οπότε η διάθεση του ηλικιωμένου κυρίου μεταστρέφεται ριζικά. «Ο παππούς με έκανε να θυμηθώ», γράφει, «πως τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα δεν μιλούσαμε στους δρόμους και πουθενά έξω αλβανικά, αλλά ούτε και ελληνικά, για να μην μας καταλάβουν. Ορισμένες φορές γινόμασταν αντιληπτοί ακριβώς εξαιτίας της παρατεταμένης σιωπής. Σαν ηθοποιοί βουβών ταινιών».
Αυτό λοιπόν το αίτημα και η δυνατότητα των «εκτός τόπου» να παράγουν άλλες χωρικότητες και συσσωματώσεις, να κάνουν διανοητούς και εφικτούς άλλους χώρους, είναι στην καρδιά της προβληματικής του χώρου στην αριστερή σκέψη. Η διεκδίκηση χώρου επιτελείται μέσω της ίδιας της έκθεσης του σώματος, που είναι ταυτόχρονα εντοπίσιμο και «εκτός τόπου». Κι έτσι είναι απολύτως εύστοχος ο τρόπος με τον οποίο οι συγγραφείς συμπυκνώνουν την ουσία του συναρπαστικού αυτού εκδοτικού εγχειρήματος, δίνοντας το λόγο στον Εδουάρδο Γκαλεάνο: «Η ουτοπία βρίσκεται στον ορίζοντα… Πλησιάζω δύο βήματα κι αυτή απομακρύνεται δυο βήματα. Περπατάω δέκα βήματα και ο ορίζοντας πάει δέκα βήματα πιο κει. […] Σε τι χρησιμεύει η ουτοπία; Ακριβώς γι’ αυτό – για να προχωράμε».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s