Mike Davis: Ο πλανήτης των παραγκουπόλεων

Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά με τον τίτλο » Planet of Slums» στο τεύχος 26, Μάρτης- Απρίλης 2004 της New Left Review. Αποτελεί σύνοψη του ομώνυμου βιβλίου από τις εκδόσεις Verso. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της ελληνικής έκδοσης της New Left Review από τις εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2006. Μπορείτε να το κατεβάσετε και σε pdf. 

Μετάφραση: Νίκος Παπαπολύζος

—————————————————————————————–

Ο πλανήτης των παραγκουπόλεων

Κάποια στιγμή μέσα στον επόμενο χρόνο μια γυναίκα θα φέρει στον κόσμο ένα παιδί στην εξαθλιωμένη συνοικία Αγιεγκούνλε του Λάγος, ένας νέος άνδρας θα το σκάσει από το χωριό του στη Δυτική Ιάβα με προορισμό τα λαμπερά φώτα της Τζακάρτας και ίσως ένας αγρότης μετακομίσει με την πάμπτωχη οικογένειά του σε ένα από τα αναρίθμητα pueblos jovenes της Λίμας. Καθένα από αυτά τα συγκεκριμένα γεγονότα είναι ασήμαντο και θα περάσει εντελώς απαρατήρητο. Παρόλα αυτά θα αποτελέσει ορόσημο για την παγκόσμια ιστορία. Για πρώτη φορά ο αστικός πληθυσμός της γης θα ξεπεράσει τον αγροτικό. Μάλιστα, δεδομένων των ανακριβειών στις απογραφές του Τρίτου Κόσμου, αυτή η αλλαγή ίσως έχει ήδη συντελεστεί.

Η γη αστικοποιήθηκε γρηγορότερα από την αρχική πρόβλεψη της Λέσχης της Ρώμης στην διαβόητη Μαλθουσιανή έκθεσή της του 1972 «Τα όρια της Ανάπτυξης». Το 1950 υπήρχαν 86 πόλεις στον κόσμο με πληθυσμό πάνω από ένα εκατομμύριο. Σήμερα, αυτές οι πόλεις είναι 400 και μέχρι το 2015 θα έχουν φτάσει τουλάχιστο τις 550.[1] Πράγματι, οι πόλεις έχουν απορροφήσει περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας πληθυσμιακής έκρηξης από το 1950 και μεγαλώνουν κατά ένα εκατομμύριο τη βδομάδα χάρη στις γεννήσεις και τη μετανάστευση.[2] Ο τωρινός αστικός παγκόσμιος πληθυσμός –3,2 δις άνθρωποι– είναι μεγαλύτερος από τον συνολικό παγκόσμιο πληθυσμό του 1960. Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια ύπαιθρος έχει φτάσει το μέγιστο πληθυσμό της –3,2 δις άνθρωποι– και θα αρχίσει να συρρικνώνεται μετά το 2020. Ως αποτέλεσμα οι πόλεις θα αντιπροσωπεύουν ολόκληρη τη μελλοντική αύξηση του πληθυσμού, η οποία αναμένεται να φτάσει τη μέγιστη τιμή της το 2050 – 10 δις άνθρωποι.[3]

1. Η αστική κλιμακτήριος 

Πού είναι οι ήρωες, οι αποικιστές, τα θύματα της Μητρόπολης; 
Από το ημερολόγιο του Μπρεχτ, 1921 

Το 95% του οριστικού κορεσμού της ανθρωπότητας θα επιτευχθεί στις αστικές περιοχές των αναπτυσσόμενων χωρών, των οποίων ο πληθυσμός θα διπλασιαστεί, αγγίζοντας περίπου τα 4 δις στην επόμενη γενιά.[4] Πράγματι, ο συνολικός αστικός πληθυσμός της Κίνας, της Ινδίας και της Βραζιλίας σχεδόν ήδη ισούται με το άθροισμα των πληθυσμών της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Το πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα θα είναι το ξεπήδημα νέων μεγαλουπόλεων με πληθυσμό άνω των 8 εκατομμυρίων και, ακόμη περισσότερο, μεγαλουπόλεων άνω των 20 εκατομμυρίων κατοίκων – όσο ήταν, κατά προσέγγιση, ο αστικός πληθυσμός της Γης την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης.[5] Το 1995, μόνο το Τόκυο είχε αδιαφιλονίκητα πιάσει αυτό το όριο. Σύμφωνα με το «Far Eastern Economic Review», η Ασία από μόνη της θα μπορούσε να διαθέτει δέκα ή έντεκα αστικά συγκροτήματα αυτού του μεγέθους, συμπεριλαμβανομένων της Τζακάρτας (24,9 εκ.), της Ντάκας (25 εκ.) και του Καράτσι (26,5 εκ.). Η Σαγκάη, της οποίας ο πληθυσμός είχε παγώσει για δεκαετίες λόγω των Μαοϊκών πολιτικών ηθελημένης υπο-αστικοποίησης, θα μπορούσε να έχει 27 εκατομμύρια κατοίκους στην τεράστια μητροπολιτική περιοχή κοντά στις εκβολές του ποταμού.[6] Την ίδια στιγμή, ο πληθυσμός της Βομβάης προβλέπεται να αγγίξει τα 33 εκατομμύρια, αν και κανείς δεν γνωρίζει κατά πόσο τέτοιες γιγάντιες συγκεντρώσεις φτώχειας μπορούν να συντηρηθούν βιολογικά ή οικολογικά.[7]

Όμως αν και οι μεγαλουπόλεις είναι τα λαμπρότερα αστέρια στο αστικό στερέωμα, τα τρία τέταρτα του βάρους της πληθυσμιακής αύξησης θα επιβαρύνουν δευτερεύουσες πόλεις και μικρότερες αστικές περιοχές, οι οποίες είναι αμυδρά ορατές: Όπως τονίζουν ερευνητές των Ηνωμένων Εθνών, «υπάρχει ελάχιστος ή καθόλου προγραμματισμός για την εξυπηρέτηση και παροχή υπηρεσιών σε αυτούς τους ανθρώπους».[8] Στην Κίνα (το ποσοστό του αστικού πληθυσμού βάσει επίσημων στοιχείων ανερχόταν στο 43% το 1997), από το 1978 ο αριθμός των επίσημων πόλεων εκτινάχθηκε από 193 σε 640. Οι μεγάλες μητροπόλεις όμως, παρά την εξαιρετική τους ανάπτυξη, στην πραγματικότητα έχουν ακολουθήσει φθίνουσα πορεία σε σχέση με το μερίδιο αστικού πληθυσμού που τους αναλογεί. Οι μικρές πόλεις και οι πρόσφατα αστικοποιημένες κωμοπόλεις είναι αυτές που απορρόφησαν την πλειοψηφία της αγροτικής εργατικής δύναμης που έχασε τη δουλειά της λόγω των μεταρρυθμίσεων της αγοράς από το 1979 και μετά.[9] Στην Αφρική, παρομοίως, η αστρονομική ανάπτυξη κάποιων γιγάντιων πόλεων όπως το Λάγος (από πληθυσμό 350.000 το 1950 έφτασε τα 10 εκατομμύρια σήμερα) έχει συνοδευτεί από την μεταμόρφωση αρκετών δεκάδων μικρών πόλεων και οάσεων όπως οι Ουαγκαντούγκου, Νουακτσότ, Ντουάλα, Ανταναναρίβο και Μπαμάκο σε πόλεις μεγαλύτερες από το Σαν Φρανσίσκο και το Μάντσεστερ. Στη Νότιο Αμερική, όπου οι κύριες πόλεις πάντα μονοπωλούσαν την ανάπτυξη, δευτερεύουσες πόλεις όπως οι Τιχουάνα, Κουριτίβα, Τεμούκο, Σαλβαδόρ και Μπελέμ τώρα παρουσιάζουν εκρηκτική ανάπτυξη. «Η ταχύτερη ανάπτυξη λαμβάνει χώρα σε πόλεις με πληθυσμό που κυμαίνεται μεταξύ 100.000 και 500.000 κατοίκων.»[10]

Επιπροσθέτως, όπως υποστηρίζει ο Gregory Guldin, η αστικοποίηση πρέπει να διαμορφωθεί ως μια διαρθρωτική μεταμόρφωση στα πλαίσια μιας εντατικοποιημένης αλληλεπίδρασης όλων των σημείων μιας αστικής-αγροτικής διαδοχής. Σύμφωνα με τη μελέτη του πάνω στη Νότια Κίνα, η ύπαιθρος αστικοποιείται στην αρχική της θέση αλλά ταυτόχρονα προκαλεί και εποχικές μεταναστεύσεις. «Τα χωριά μοιάζουν περισσότερο με μικρές πόλεις στις οποίες λειτουργούν οι αγορές και στεγάζονται οι κατώτατες διοικητικές μονάδες, ενώ οι κωμοπόλεις και οι μικρές πόλεις μοιάζουν περισσότερο με μεγαλουπόλεις». Το αποτέλεσμα στην Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία είναι ένα ερμαφρόδιτο τοπίο, μια μερικώς αστικοποιημένη ύπαιθρος η οποία κατά τον Guldin και κάποιους άλλους ίσως συνιστά «ένα σημαντικό νέο τρόπο για τον ανθρώπινη αποίκιση και ανάπτυξη… μια μορφή που δεν είναι ούτε αστική ούτε αγροτική αλλά μια μίξη μέσα στην οποία ένας πυκνός ιστός συναλλαγών συνδέει μεγάλους αστικούς πυρήνες με τις περιοχές που τους περιβάλλουν».[11] Στην Ινδονησία, όπου μια παρόμοια διαδικασία ανάπτυξης αστικού-αγροτικού υβριδίου έχει προχωρήσει πολύ στην περιοχή Τζαμποταμπέκ –την ευρύτερη περιοχή της Τζακάρτας–, οι ερευνητές αποκαλούν αυτούς τους καινούριους τύπους χρήσης της γης desοkotas και έχουν ξεκινήσει μια συζήτηση για το εάν αυτά τα τοπία είναι μεταβατικά ή εντελώς καινούρια είδη αστικοποίησης.[12]

Οι μελετητές των πόλεων κάνουν επίσης υποθέσεις για τις διεργασίες που συνενώνουν πόλεις του Τρίτου Κόσμου με αποτέλεσμα εξαιρετικά νέα δίκτυα, διαδρόμους και ιεραρχίες. Για παράδειγμα, τα δέλτα των ποταμών Περλ (Χονγκ Κονγκ-Γκουαντζού) και Γιανγκτσέ (Σαγκάη), μαζί με το διάδρομο Πεκίνου-Τιανζίν, εξελίσσονται ταχύτατα σε αστικές-βιομηχανικές μεγαλουπόλεις που μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες Τόκυο-Οσάκα, Νέα Υόρκη-Φιλαδέλφεια ή τη νότια Ρηνανία. Αλλά αυτό ίσως να είναι το πρώτο στάδιο της εμφάνισης μιας ακόμη μεγαλύτερης δομής: «ένας συνεχόμενος αστικός διάδρομος που εκτείνεται από την Ιαπωνία-Βόρεια Κορέα μέχρι τη Δυτική Ιάβα». [13] Είναι σχεδόν σίγουρο ότι ακολούθως η Σαγκάη θα ενωθεί με το Τόκυο, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο σαν μία από τις «παγκόσμιες πόλεις» που θα ελέγχουν τον παγκόσμιο ιστό παροχών κεφαλαίου και πληροφοριών. Το τίμημα αυτής της νέας αστικής τάξης θα είναι η αυξανόμενη ανισότητα εντός των πόλεων αλλά και μεταξύ πόλεων διαφορετικών μεγεθών και ειδικοτήτων. Για παράδειγμα, ο Guldin παραθέτει ενδιαφέρουσες κινέζικες συζητήσεις για το αν το παλαιόθεν χάσμα εισοδήματος-ανάπτυξης μεταξύ πόλης και υπαίθρου, αντικαθίσταται τώρα από ένα εξίσου θεμελιώδες χάσμα μεταξύ μικρών πόλεων και παραλιακών γιγάντων.[14]

2. Πίσω στον Ντίκενς 

Είδα αμέτρητα λεφούσια, καταδικασμένα εκ των προτέρων σε σκοτάδι, βρώμα, λοιμό, ανηθικότητα, μιζέρια και πρόωρο θάνατο.
Ντίκενς, Ένα Δεκεμβριανό Όραμα, 1850

Η δυναμικές της αστικοποίησης του Τρίτου Κόσμου ανακεφαλαιώνουν, και συνάμα ανασκευάζουν, τα προηγούμενα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα στην Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Στην Κίνα, η μεγαλύτερη βιομηχανική επανάσταση στην ιστορία λειτουργεί σαν το μοχλό του Αρχιμήδη που μετακινεί ένα πληθυσμό στο μέγεθος της Ευρώπης από τα χωριά της υπαίθρου σε πόλεις με ουρανοξύστες και αιθαλομίχλη. Κατά συνέπεια, η Κίνα θα πάψει πια να είναι αυτό που ήταν για χιλιετίες, δηλαδή μια χώρα κατά το μεγαλύτερο μέρος της αγροτική.[15] Πράγματι, το μεγάλο μάτι του Παγκόσμιου Οικονομικού Κέντρου της Σαγκάης είναι πιθανό ότι σύντομα θα κοιτάζει προς ένα τεράστιο αστικό κόσμο που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ο Μάο, και φυσικά ούτε ο Λε Κορμπυζιέ. Όμως, στην πλειοψηφία του αναπτυσσόμενου κόσμου, η ανάπτυξη των πόλεων στερείται της ισχυρής κατασκευαστικής-εξαγωγικής μηχανής της Κίνας όπως επίσης και της μεγάλης εισροής ξένων κεφαλαίων προς αυτήν, η οποία την παρούσα στιγμή ισούται με το μισό της συνολικής ξένης επένδυσης στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Συνεπώς σε άλλα μέρη, η αστικοποίηση έχει ριζικά αποσυνδεθεί από την βιομηχανοποίηση, ακόμη κι από την ανάπτυξη αυτή καθαυτή. Κάποιοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι αυτό είναι μια έκφραση κάποιας αμείλικτης τάσης: η εγγενής τάση του καπιταλισμού της νέας τεχνολογίας να αποσυνδέει την αύξηση της παραγωγής από την αύξηση της εργασίας. Όμως στην υποσαχάρια Αφρική, στη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή και σε κάποια μέρη της Ασίας, η αστικοποίηση χωρίς ανάπτυξη είναι μάλλον αποτέλεσμα μιας παγκόσμιας πολιτικής συγκυρίας –η κρίση υπερχρέωσης στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 και η επακόλουθη πρωτοβουλία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για ανασυγκρότηση των οικονομιών του Τρίτου Κόσμου τη δεκαετία του ‘80– παρά του σιδηρού νόμου της εξελισσόμενης τεχνολογίας. Επίσης, η αστικοποίηση του Τρίτου Κόσμου συνέχισε τον επικίνδυνο ρυθμό της (3,8% το χρόνο από το 1960 μέχρι το 1993) στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ‘80 και στις αρχές του ‘90 παρά τη μείωση των πραγματικών μισθών, την εκτίναξη των τιμών και την απογείωση της αστικής ανεργίας.[16]

Αυτή η ανώμαλη αστική έκρηξη διέψευσε τα ορθόδοξα οικονομικά μοντέλα που προέβλεψαν ότι ο αρνητικός αντίκτυπος της αστικής ύφεσης θα ανέκοπτε ή και θα σταματούσε την μετανάστευση από την ύπαιθρο. Η αφρικανική περίπτωση ήταν ιδιαιτέρως παράδοξη. Πώς μπορούσαν πόλεις στην Ακτή του Ελεφαντοστού, την Τανζανία, τη Γκαμπόν και αλλού –των οποίων οι οικονομίες συρρικνώνονταν 2 με 5% το χρόνο– να συνεχίζουν να συντηρούν ανάπτυξη της τάξης του 5 με 8% το χρόνο;[17] Μέρος του μυστικού ασφαλώς ήταν ότι το ΔΝΤ (και τώρα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) εφάρμοσαν πολιτικές αγροτικής απελευθέρωσης και «απο-αγροτικοποίησης», οι οποίες επιτάχυναν την έξοδο της περισσευούμενης αγροτικής εργατικής δύναμης προς τις αστικές παραγκουπόλεις ακόμη κι όταν οι πόλεις έπαψαν να είναι μηχανές δημιουργίας θέσεων εργασίας. Η αύξηση του αστικού πληθυσμού σε πείσμα της στάσιμης ή και αρνητικής αστικής οικονομικής αύξησης είναι η ακραία μορφή αυτού που κάποιοι ερευνητές αποκάλεσαν «υπερ-αστικοποίηση».[18]

Η κλασική κοινωνική θεωρία από τον Μαρξ μέχρι τον Βέμπερ φυσιoλογικά πίστευε ότι οι μεγάλες πόλεις του μέλλοντος θα ακολουθούσαν τα χνάρια της βιομηχανοποίησης του Μάντσεστερ, του Βερολίνου και του Σικάγου. Πράγματι, το Λος Άντζελες, το Σάο Πάολο, το Πουσάν και –στη σημερινή εποχή– η πόλη της Χουαρέζ, η Μπανγκαλόρ και το Γκουανγκτζού έχουν, χοντρικά, ακολουθήσει αυτή την κλασική τροχιά. Όμως οι περισσότερες πόλεις του Νότου μοιάζουν περισσότερο με το βικτωριανό Δουβλίνο, το οποίο, όπως τόνισε ο Emmet Larkin, ήταν μοναδικό ανάμεσα σε «όλα τα παραγκοβασίλεια που παρήχθησαν στον Δυτικό κόσμο τον 19ο αιώνα… γιατί οι παραγκουπόλεις του δεν ήταν προϊόν της βιομηχανικής επανάστασης. Στην πραγματικότητα, το Δουβλίνο υπέφερε περισσότερο από προβλήματα απο-βιομηχανοποίησης παρά βιομηχανοποίησης μεταξύ του 1800 και του 1850.»[19]

Παρομοίως, η Κινσάσα, το Χαρτούμ, το Νταρ-ες-Σαλάαμ, η Ντάκα και η Λίμα, μεγαλώνουν υπερφυσικά παρά τις κατεστραμμένες βιομηχανίες τους της υποκατάστασης των εισαγωγών, τους συρρικνωμένους δημόσιους τομείς και τις μεσαίες τάξεις που ακολουθούν πτωτική πορεία. Οι παγκόσμιες δυνάμεις που «σπρώχνουν» τους ανθρώπους μακριά από την ύπαιθρο – δηλαδή η μηχανοποίηση στην Ιάβα και την Ινδία, οι εισαγωγές τροφών στο Μεξικό, την Αϊτή και την Κένυα, ο εμφύλιος πόλεμος και η ξηρασία σε όλη την Αφρική και γενικότερα η συγχώνευση μικρών εταιριών με μεγάλες, όπως και ο ανταγωνισμός βιομηχανικού μεγέθους αγροτικών επιχειρήσεων– δείχνει να συντηρεί την αστικοποίηση ακόμη και όταν η έλξη της πόλης μειώνεται δραστικά από τα χρέη και την ύφεση.[20] Την ίδια ώρα, η γρήγορη αστική ανάπτυξη μέσα στα πλαίσια της δομικής προσαρμογής, η νομισματική υποτίμηση και ο περιορισμός του κράτους υπήρξαν αναπόφευκτη συνταγή για τη μαζική παραγωγή παραγκουπόλεων.[21] Αποτέλεσμα, ένα μεγάλο μέρος του αστικού κόσμου γυρίζει γοργά πίσω στην εποχή του Ντίκενς.

Η εκπληκτική κυριαρχία των παραγκουπόλεων είναι το κύριο θέμα της ιστορικής και συνάμα θλιβερής έκθεσης που δημοσιεύτηκε πέρσι από το Πρόγραμμα Ανθρώπινων Οικισμών των Ηνωμένων Εθνών (UN-Habitat).[22] «The Challenge of the Slums» (εφεξής Παραγκουπόλεις – H πρόκληση των παραγκουπόλεων) είναι η πρώτη πραγματικά παγκόσμια μελέτη της αστικής φτώχειας. Με επιδεξιότητα ενσωματώνει διαφορετικές περιπτώσεις πόλεων, από το Αμπιτζάν μέχρι το Σύδνεϊ, χρησιμοποιώντας παγκόσμια στοιχεία νοικοκυριών, τα οποία για πρώτη φορά συμπεριλαμβάνουν την Κίνα και το πρώην σοβιετικό μπλοκ. Οι συγγραφείς των Ηνωμένων Εθνών αναγνωρίζουν το χρέος τους στον Branko Milanovic, τον οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας που πρωτοπόρησε στην χρήση της μικρο-έρευνας ως πανίσχυρου εργαλείου για τη μελέτη της αυξανόμενης παγκόσμιας ανισότητας. Σε μια από τις μελέτες του εξηγεί τα ακόλουθα: «για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία οι ερευνητές διαθέτουν αρκετά ακριβή στοιχεία σχετικά με την διανομή του πλούτου ή του κράτους πρόνοιας (δαπάνες ή κατανάλωση) για πάνω από το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού».[23]

Η έκθεση «Παραγκουπόλεις» είναι ασυνήθιστη ως προς την διανοητική της ειλικρίνεια. Ένας από τους ερευνητές που αναμίχτηκαν στην έκθεση μού ανέφερε ότι οι φορείς της «Συναίνεσης της Ουάσινγκτον» (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ κ.λπ.) ανέκαθεν επέμεναν να ερμηνεύουν το πρόβλημα των παραγκουπόλεων του κόσμου, όχι ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης και της ανισότητας, αλλά ως αποτέλεσμα «κακής διακυβέρνησης». Παρά ταύτα, η νέα έκθεση διαχωρίζει τη θέση της από την παραδοσιακή επιφυλακτικότητα και αυτο-λογοκρισία των Ηνωμένων Εθνών και κατηγορεί ευθέως τον νεοφιλελευθερισμό και ειδικότερα τα διαρθρωτικά ρυθμιστικά προγράμματα του ΔΝΤ.[24] «Η κύρια κατεύθυνση των εθνικών και διεθνών παρεμβάσεων τα τελευταία είκοσι χρόνια στην πραγματικότητα αύξησε την αστική φτώχεια και τις παραγκουπόλεις, τον αποκλεισμό και την ανισότητα και ταυτόχρονα αποδυνάμωσε την προσπάθεια των αστικών ελίτ να χρησιμοποιήσουν τις πόλεις ως εργαλεία ανάπτυξης.»[25]

Η έκθεση «Παραγκουπόλεις», αδιαφορεί (ή αφήνει για τις επόμενες εκθέσεις του UN-Habitat) για κάποια από τα πιο σημαντικά χωροταξικά θέματα που παρουσιάζονται λόγω της υπερβολικής αστικοποίησης και της άτυπης εγκατάστασης, όπως η άτακτη εξάπλωση, η περιβαλλοντική επιβάρυνση και τα αστικά ατυχήματα. Επίσης δεν εξηγεί τις διαδικασίες που διώχνουν την εργατική δύναμη από την ύπαιθρο και δεν συμπεριλαμβάνει την μεγάλη και γρήγορα αυξανόμενη βιβλιογραφία πάνω στις φυλετικές παραμέτρους της αστικής φτώχειας και της ανεπίσημης εργασίας. Πέρα όμως από αυτές τις λεπτομέρειες, η έκθεση «Tενεκεδουπόλεις» παραμένει ένα ανεκτίμητο αποκαλυπτήριο που μεγεθύνει επείγοντα συμπεράσματα ερευνών των Ηνωμένων Εθνών. Αν οι εκθέσεις των ειδικών της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματολογική Αλλαγή αντιπροσωπεύουν μια πρωτοφανή επιστημονική συναίνεση πάνω στους κινδύνους της ανόδου της θερμοκρασίας στη Γη, τότε η έκθεση των ΗΕ ακούγεται σαν μια εξίσου επιβλητική προειδοποίηση για την παγκόσμια καταστροφή υπό τη μορφή της αστικής φτώχειας. Ίσως κάποτε, μια τρίτη έκθεση διερευνήσει το δυσοίωνο πεδίο της αλληλεπίδρασης των δύο φαινομένων.[26] Τέλος, για τους σκοπούς αυτής της επιθεώρησης η έκθεση παρέχει ένα εξαίρετο πλαίσιο για την εξερεύνηση σύγχρονων συζητήσεων πάνω στην αστικοποίηση, την άτυπη οικονομία, την ανθρώπινη αλληλεγγύη και την ιστορική επίδραση.

3. Η αστικοποίηση της φτώχειας 

Το βουνό των σκουπιδιών έμοιαζε να εξαπλώνεται πολύ μακριά, και σταδιακά, χωρίς αισθητή οριοθέτηση ή σύνορα μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο. Τι όμως; Μια ανακατεμένη και χωρίς κατεύθυνση συλλογή κατασκευασμάτων. Χαρτόνια από κούτες, κόντρα πλακέ και σάπιες τάβλες, σκουριασμένα κουφάρια αυτοκινήτων χωρίς τζάμια, είχαν όλα ριχθεί χύμα για να σχηματίσουν μια κατοικία.
Michael Thelwell, The Harder they Come, 1980

Ο πρώτος δημοσιευμένος ορισμός της λέξης «slum» σύμφωνα με πληροφορίες βρίσκεται στο Vocabulary of the Flash Language του Vaux (Λεξικό της Γλώσσας των Λωποδυτών – 1812), όπου είναι συνώνυμη των λέξεων «παρανομία» και «εγκληματική δραστηριότητα».[27] Όμως, στα χρόνια της χολέρας του 1830 και 1840 η λέξη αυτή χρησιμοποιείτο πλέον για να υποδηλώσει τις κατοικίες και όχι τις δραστηριότητες των φτωχών. Μετά από μια γενιά αναγνωρίστηκε η ύπαρξη τέτοιων περιοχών στην Ινδία και την Αμερική και ήταν καθολική η παραδοχή ότι το φαινόμενο αυτό ήταν διεθνές. Η «κλασική» εικόνα των συνοικιών αυτών ήταν μιας γραφικής τοπικής ενορίας. Οι μεταρρυθμιστές όμως σε γενικές γραμμές συμφώνησαν με τον Charles Booth ότι όλες οι παραγκουπόλεις χαρακτηρίζονταν από ένα κράμα ερειπωμένων σπιτιών, συνωστισμού, φτώχειας και αχρειότητας. Για τους φιλελεύθερους του 19ου αιώνα φυσικά, η ηθική διάσταση ήταν αποφασιστικής σημασίας και η παραγκούπολη ήταν στο μυαλό τους πάνω από όλα σαν ένα μέρος όπου ένα κοινωνικό «κατάλοιπο» σαπίζει μέσα σε ένα ανήθικο και συχνά ταραχώδες μεγαλείο. Οι συντάκτες της «Παραγκουπόλεις» απορρίπτουν τις βικτωριανές συκοφαντίες αλλά διατηρούν την κλασική ερμηνεία: συνωστισμός, φτωχικά ή πρόχειρα καταλύματα, ανεπαρκής πρόσβαση σε καθαρό νερό ή εγκαταστάσεις υγιεινής και αβέβαιη παραμονή.[28]

Αυτή η πολυδιάστατη ερμηνεία είναι στην πραγματικότητα ένα πολύ συντηρητικό κριτήριο του ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να ονομαστεί κάτι «παραγκούπολη»: πολλοί αναγνώστες θα εκπλαγούν με τα μη-εμπειρικά συμπεράσματα των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με τα οποία μόνο το 19,6% των Μεξικανών ζει σε παραγκουπόλεις. Η έκθεση «Παραγκουπόλεις» υπολογίζει ότι τουλάχιστον 921 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν σε τέτοια μέρη το 2001: σχεδόν όσο ο μισός πληθυσμός του κόσμου την εποχή που ο νεαρός Έγκελς πρωτοτόλμησε να βγει στους επικίνδυνους δρόμους του Μάντσεστερ. Πράγματι, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός έχει πολλαπλασιάσει άπειρες φορές την περιβόητη παραγκούπολη που ο Ντίκενς περιγράφει στο βιβλίο του Bleak House. Οι κάτοικοι των συνοικιών αυτών αποτελούν ένα συγκλονιστικό 78,2% του αστικού πληθυσμού των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και σίγουρα το ένα τρίτο του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού.[29] Υπολογίζοντας κατά προσέγγιση με βάση τις δομές του πληθυσμού στις περισσότερες χώρες του Τρίτου Κόσμου, τουλάχιστον ο μισός πληθυσμός των παραγκουπόλεων είναι κάτω των 20 ετών.[30]

Τα μεγαλύτερα ποσοστά κατοίκων παραγκουπόλεων παγκοσμίως βρίσκονται στην Αιθιοπία (ένα συγκλονιστικό 99,4% του αστικού πληθυσμού), στο Τσαντ (επίσης 99,4%), στο Αφγανιστάν (98,5%) και στο Νεπάλ (92%).[31] Παρόλα αυτά, οι φτωχότεροι αστικοί πληθυσμοί βρίσκονται πιθανότατα στο Μαπούτο και την Κινσάσα όπου (σύμφωνα με άλλες πηγές) τα δύο τρίτα του πληθυσμού κερδίζουν λιγότερα από όσο κοστίζει η ελάχιστη απαραίτητη ημερήσια διατροφή τους.[32] Στο Δελχί, οι μελετητές εκφράζουν παράπονα για παραγκουπόλεις που η μία βρίσκεται μέσα στην άλλη. Αυτό συμβαίνει γιατί οι καταληψίες εγκαθίστανται στους μικρούς ανοικτούς χώρους των περιφερειακών αποικιών επανεγκατάστασης, στις οποίες οι παλιοί φτωχοί της πόλης είχαν εκδιωχθεί βίαια στα μέσα του 1970.[33] Στο Κάιρο και την Πνομ Πενχ, πρόσφατες αφίξεις αστών καταλαμβάνουν ή νοικιάζουν χώρους σε στέγες δημιουργώντας εξαθλιωμένες πόλεις στον αέρα.

Οι πληθυσμοί των παραγκουπόλεων συχνά υπολογίζονται πολύ μικρότεροι από ότι είναι, πολλές φορές δε εσκεμμένα. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 για παράδειγμα, η Μπανγκόκ είχε «επίσημο» δείκτη φτώχειας της τάξεως του 5% μόνο. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τις έρευνες σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού (1,16 εκατομμύρια) ζούσε σε παραγκουπόλεις και κατασκηνώσεις καταληψιών.[34] Παρομοίως, τα Ηνωμένα Έθνη πρόσφατα ανακάλυψαν ότι κατά λάθος μετρούσαν πολύ λιγότερους φτωχούς στις πόλεις της Αφρικής και ότι οι αποκλίσεις ήταν μεγάλες. Οι κάτοικοι των εξαθλιωμένων περιοχών στην Αγκόλα για παράδειγμα, είναι πιθανότατα διπλάσιοι απ’ όσο νόμιζαν αρχικά. Επίσης, το ίδιο συνέβαινε με το νούμερο των φτωχών στις πόλεις της Λιβερίας. Κάτι τέτοιο δεν προκαλεί έκπληξη αφού η Μονρόβια τριπλασίασε τον πληθυσμό της σε ένα χρόνο (1989-90) όταν πανικοβλημένοι άνθρωποι της υπαίθρου το έσκασαν για να γλιτώσουν από τον βάρβαρο εμφύλιο πόλεμο.[35]

Ίσως οι παραγκουπόλεις να ξεπερνούν τις 250.000 παγκοσμίως. Μόνο οι πέντε μεγάλες μητροπόλεις της Νότιας Ασίας (Καράτσι, Βομβάη, Δελχί, Καλκούτα και Ντάκα) περιλαμβάνουν περίπου 15.000 διακριτές κοινότητες παραγκουπόλεων με συνολικό πληθυσμό που ξεπερνά τα 20 εκατομμύρια. Ένας ακόμη μεγαλύτερος πληθυσμός στριμώχνεται στις αστικοποιημένες παραλίες της Δυτικής Αφρικής. Ακόμη, τεράστια αστικά συγκροτήματα φτώχειας εξαπλώνονται κατά πλάτος της Ανατολίας και των υψιπέδων της Αιθιοπίας, αγκαλιάζουν τους πρόποδες των Άνδεων και των Ιμαλαίων, ενώ άλλα ξεχειλίζουν από τους πυρήνες των ουρανοξυστών σε πόλεις όπως το Μεξικό, το Γιοχάνεσμπουργκ, η Μανίλα και το Σάο Πάολο. Είναι φυσικό να ευθυγραμμίζονται με τις όχθες του Αμαζονίου, του Νίγηρα, του Κόνγκο, του Νείλου, του Τίγρη, του Γάγγη, του Ιραουάντι και του Μεκόνγκ. Παραδόξως, τα συγκροτήματα χτισμάτων αυτού του πλανήτη της παραγκούπολης είναι απολύτως εναλλασσόμενα και ταυτοχρόνως μοναδικά με ένα αυθόρμητο τρόπο. Περιλαμβάνουν τα bustees της Καλκούτας, τα chawls και zopadpattis της Βομβάης, τα katchi abadis του Καράτσι, τα kampungs της Τζακάρτα, τα iskwaters της Μανίλα, τα shammasas του Χαρτούμ, τα umjondolos του Ντέρμπαν, τα intra-murios του Ραμπάτ, τα bidonvilles του Αμπιτζάν, τα baladis του Καΐρου, τα gecekondus της Άγκυρας, τα conventillos του Κίτο, τις favelas στις πόλεις της Βραζιλία, τις villas miseria του Μπουένος Άιρες και τα colonias populares της Πόλης του Μεξικού. Είναι οι σκληροί αντίποδες στα τυποποιημένα φαντασιακά τοπία και τα οικιστικά θεματικά πάρκα, όπως στο μεσοαστικό «Offworlds» του Philip K. Dick, στο οποίο οι μεσαίες τάξεις του πλανήτη προτιμούν όλο και περισσότερο να ζουν απομονωμένα.

Ενώ η κλασική παραγκούπολη ήταν ένα παρακμιακό μέρος στο κέντρο της πόλης, οι νέες μορφές της βρίσκονται συνήθως στην άκρη των αστικών εξαπλώσεων. Η οριζόντια αύξηση πόλεων όπως το Μεξικό, το Λάγος και η Τζακάρτα είναι φυσικά κάτι έξω από το συνηθισμένο και η εξάπλωση των παραγκουπόλεων είναι πρόβλημα για τον αναπτυσσόμενο κόσμο ανάλογο με την εξάπλωση των προαστίων στις πλούσιες χώρες. Οι αναπτυγμένη περιοχή στο Λάγος, για παράδειγμα, διπλασιάστηκε σε μια μόνο δεκαετία, μεταξύ του 1985 και του 1994.[36] Ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Λάγος δήλωσε πέρσι σε δημοσιογράφους ότι «περίπου δύο τρίτα της συνολικής έκτασης της πολιτείας 3.577 τετραγωνικών χιλιομέτρων θα μπορούσαν να μπουν στην κατηγορία της παραγκούπολης ή της τενεκεδούπολης.»[37] Ένας ανταποκριτής των Ηνωμένων Εθνών γράφει: «ένα μεγάλο μέρος της πόλης είναι ένα μυστήριο… αφώτιστοι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας περνούν από φαράγγια σκουπιδιών που καπνίζουν και μετά δίνουν τη θέση τους σε βρώμικες οδούς που ελίσσονται ανάμεσα από 200 παραγκουπόλεις, στους αποχετευτικούς αγωγούς τρέχουν ακατέργαστα λύματα… Kανείς δεν γνωρίζει με σιγουριά το μέγεθος του πληθυσμού –επίσημα είναι 6 εκατομμύρια αλλά οι περισσότεροι ειδικοί το υπολογίζουν στα 10– για να μην συζητήσουμε τον αριθμό των φόνων κάθε χρόνο ή τους ρυθμούς μετάδοσης του AIDS».[38]

Επιπροσθέτως, το Λάγος είναι απλά ο μεγαλύτερος σύνδεσμος στον διάδρομο των παραγκουπόλεων των 70 εκατομμυρίων κατοίκων που απλώνεται από το Αμπιτζάν μέχρι το Ιμπαντάν. Πιθανότατα πρόκειται για το μεγαλύτερο συνεχόμενο ίχνος αστικής φτώχειας στη Γη.[39]

Η οικολογία των παραγκουπόλεων ασχολείται βεβαίως με την προσφορά οικιστικού χώρου. Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Harvard Law Review, ο Winter King υποστηρίζει ότι το 85% των κατοίκων των πόλεων του αναπτυσσόμενου κόσμου «καταλαμβάνουν περιουσίες παράνομα.»[40] Οι απροσδιόριστοι τίτλοι ιδιοκτησίας γης σε συνδυασμό κάποιες φορές με χαλαρή κρατική ιδιοκτησία –όπως στην τελευταία περίπτωση– επέτρεψαν σε πλειάδα ανθρώπων να κατακλύσουν τις πόλεις. Οι τρόποι αποικισμού των παραγκουπόλεων ποικίλλει σε ένα μεγάλο φάσμα από εξαιρετικά πειθαρχημένες εισβολές σε κομμάτια γης της πόλης του Μεξικού και της Λίμα, μέχρι περίπλοκα οργανωμένες (και συχνά παράνομες) αγορές ενοικίασης στα περίχωρα του Πεκίνου, του Καράτσι και του Ναϊρόμπι. Ακόμη και σε πόλεις σαν το Καράτσι, όπου η αστική περιφέρεια είναι επίσημη ιδιοκτησία της κυβέρνησης, «μεγάλα κέρδη από κερδοσκοπία στην εκμετάλλευση γης… συνεχίζουν να συσσωρεύονται στον ιδιωτικό τομέα σε βάρος των νοικοκυριών με χαμηλά εισοδήματα».[41] Πράγματι, εθνικοί και τοπικοί πολιτικοί μηχανισμοί συνήθως συναινούν στον ανεπίσημο αποικισμό (και στην παράνομη κερδοσκοπία ιδιωτών) αρκεί να μπορούν να ελέγχουν την πολιτική φύση των παραγκουπόλεων και να αποσπούν χρήματα μέσω μιας σταθερής ροής δωροδοκιών και ενοικίων. Χωρίς επίσημους τίτλους ιδιοκτησίας και κατοχή σπιτιών, οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων εξαναγκάζονται σε εξαρτήσεις φεουδαρχικού τύπου από τοπικούς επίσημους και υψηλά ιστάμενους σε κόμματα. Η απείθεια μπορεί να επιφέρει έξωση ή ακόμη και εξάλειψη μιας ολόκληρης περιφέρειας.

Την ίδια στιγμή η παροχή υποδομών ζωτικής σημασίας υστερεί κατά πολύ του ρυθμού της αστικοποίησης δεδομένου ότι παραγκουπόλεις γύρω από τα αστικά κέντρα συχνά δεν έχουν καθόλου πρόβλεψη κανονικών εγκαταστάσεων υγιεινής.[42] Σε γενικές γραμμές, οι φτωχές περιοχές της Λατινικής Αμερικής διαθέτουν καλύτερες ευκολίες απ’ ότι αυτές της Νότιας Ασίας, οι οποίες με τη σειρά τους συνήθως έχουν ελάχιστες αστικές υπηρεσίες, όπως νερό και ηλεκτρικό, υπηρεσίες που λείπουν από πολλές Αφρικανικές παραγκουπόλεις. Όπως στο παλιό βικτωριανό Λονδίνο, η μόλυνση του νερού από ανθρώπινες και ζωικές ακαθαρσίες παραμένει η αιτία χρόνιων διαρροϊκών ασθενειών που σκοτώνουν κάθε χρόνο τουλάχιστο δύο εκατομμύρια μωρά και μικρά παιδιά στις πόλεις.[43] Σύμφωνα με υπολογισμούς, το 57% των Αφρικανών που ζουν σε πόλεις δεν έχει πρόσβαση σε βασικά αποχετευτικά συστήματα ενώ σε πόλεις όπως το Ναϊρόμπι οι φτωχοί πρέπει να βασίζονται σε «ιπτάμενες τουαλέτες» (αφόδευση σε πλαστική σακούλα).[44] Στο μεταξύ, Στη Βομβάη το πρόβλημα υγιεινής αναδεικνύεται μέσα από την αναλογία ενός καθίσματος τουαλέτας για κάθε 500 κατοίκους στις φτωχότερες περιφέρειες. Μόνο το 11% των παραγκουπόλεων της Μανίλα και το 18% των παραγκουπόλεων της Ντάκα διαθέτουν κανονικές αποχετεύσεις.[45] Ξέχωρα από το γεγονός της μάστιγας του HIV/AIDS, τα Ηνωμένα Έθνη θεωρούν ότι δύο στους πέντε κατοίκους των παραγκουπόλεων της Αφρικής ζουν σε τέτοιες συνθήκες φτώχειας οι οποίες στην κυριολεξία «θέτουν τη ζωή τους σε κίνδυνο».[46]

Παράλληλα, οι φτωχοί όλων των πόλεων αναγκάζονται να καταλύουν σε χώρους τόσο επικίνδυνους στους οποίους κανονικά δεν θα μπορούσε να χτίσει κανείς, όπως κάθετες λοφοπλαγιές, κοίτες ποταμών και πλημμυρισμένες πεδιάδες. Επίσης καταλαμβάνουν επικίνδυνες περιοχές δίπλα σε διυλιστήρια, χημικά εργοστάσια, τοξικά απόβλητα ή ακόμη και δίπλα σε αυτοκινητοδρόμους ή ράγες τρένων. Σαν αποτέλεσμα, η φτώχεια «δημιούργησε» ένα πρόβλημα αστικής καταστροφής πρωτοφανούς συχνότητας και έκτασης, όπως απεικονίζεται στις χρόνιες πλημμύρες στη Μανίλα, τη Ντάκα, το Ρίο, τις καταστροφικές πυρκαγιές πετρελαιαγωγών στην Πόλη του Μεξικού και στο Κουμπατιάου της Βραζιλίας, την καταστροφή στο Μποπάλ της Ινδίας, την έκρηξη στο εργοστάσιο πυρομαχικών στο Λάγος και θανατηφόρες κατολισθήσεις στο Καράκας, τη Λα Παζ και την Τεγκουθιγκάλπα.[47] Επιπροσθέτως, οι στερημένες πολιτικών δικαιωμάτων κοινότητες των φτωχών στις πόλεις είναι ευάλωτες στα ξαφνικά ξεσπάσματα κρατικής βίας. Παραδείγματα είναι η περιβόητη καταστροφή με μπουλντόζες της εξαθλιωμένης παραλιακής συνοικίας Maroko στο Λάγος το 1990 («γεγονός που πληγώνει με την ασχήμια του τη γειτονική κοινότητα του νησιού Βικτώρια, ένα φρούριο των πλουσίων») ή της κατεδάφισης μέσα στην παγωνιά της τεράστιας πόλης καταληψιών του Ζετζιανγκτσούν στα όρια του Πεκίνου το 1995.[48]

Και όμως οι παραγκουπόλεις, παρότι θανατηφόρες και ανασφαλείς, έχουν λαμπρό μέλλον. Η ύπαιθρος θα διατηρήσει για λίγο ακόμη καιρό την πλειοψηφία των φτωχών της Γης, αλλά αυτός ο αμφίβολος τίτλος θα έχει περάσει στις αστικές παραγκουπόλεις μέχρι το 2035.[49] Τουλάχιστον η μισή από την επερχόμενη έκρηξη του αστικού πληθυσμού του Τρίτου Κόσμου θα χρεωθεί στις ανεπίσημες κοινότητες. Δύο δισεκατομμύρια κάτοικοι παραγκουπόλεων μέχρι το 2030 ή 2040 είναι τερατώδες νούμερο, μια σχεδόν αδιανόητη προοπτική. Η αστική φτώχεια όμως καλύπτει και ξεπερνά τις φτωχές συνοικίες αυτές καθαυτές. Πράγματι, η έκθεση «Tενεκεδουπόλεις» υπογραμμίζει ότι σε κάποιες πόλεις η πλειοψηφία των φτωχών στην πραγματικότητα ζει έξω από τις «συνοικίες» με την αυστηρή έννοια του όρου.[50] Επιπροσθέτως, οι ερευνητές του Αστικού Παρατηρητήριου των Ηνωμένων Εθνών (UN Urban Observatory) προειδοποιούν ότι έως το 2020 «η αστική φτώχεια στη Γη θα μπορούσε να αγγίξει το 45-50 % του συνολικού πληθυσμού των πόλεων.»[51]

  1.  Το «Μπιγκ Μπανγκ» της αστικής φτώχειας

    Μετά το μυστηριώδες τους γέλιο, γρήγορα γύρισαν τη συζήτηση αλλού. Πώς επιζούσαν του SAP οι άνθρωποι πίσω στην πατρίδα;
    Fidelis Balogun, Adjusted Lives, 1995

    Η εξέλιξη της νέας αστικής φτώχειας υπήρξε μια μη γραμμική ιστορική διαδικασία. Η αργή προσθήκη παραγκουπόλεων στο περίβλημα της πόλης διακόπτεται από θύελλες φτώχειας και ξαφνικές επεκτασεις εκρηκτικών ρυθμών. Στη συλλογή ιστοριών Adjusted Lives, ο Νιγηριανός συγγραφέας Fidelis Balogun περιγράφει την έλευση του Προγράμματος Διαρθρωτικής Προσαρμογής (Structural Adjustment Programme – SAP) του ΔΝΤ στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σαν κάτι που αναλογούσε με μια φυσική καταστροφή, που κατέστρεψε για πάντα την παλιά ψυχή του Λάγος και έκανε ξανά σκλάβους τους Νιγηριανούς κατοίκους των πόλεων.

    «Η παράξενη λογική αυτού του οικονομικού προγράμματος έμοιαζε να είναι η εξής: για να ξαναζωντανέψει η ετοιμοθάνατη οικονομία έπρεπε να ξεζουμιστούν οι μη προνομιούχοι, η πλειοψηφία δηλαδή του πληθυσμού. Η μεσαία τάξη γρήγορα εξαφανίστηκε και οι στοίβες σκουπιδιών των όλο και πλουσιότερων λίγων έγινε το φαγητό στο τραπέζι του αξιοθρήνητα φτωχού πληθυσμού, ο οποίος πολλαπλασιάστηκε. Η πνευματική αιμορραγία προς τις πλούσιες σε πετρέλαιο αραβικές χώρες και τη Δύση πήρε τη μορφή πλημμύρας.» [52]

    Το παράπονο του Balogun για την «εντατική ιδιωτικοποίηση και την πείνα που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα», όπως και η καταμέτρηση των κακόβουλων επιπτώσεων του SAP, θα ήταν κάτι το πολύ οικείο στους επιζώντες, όχι μόνο των άλλων 30 Αφρικανικών SAP, αλλά και σε εκατοντάδες ακόμη εκατομμύρια Ασιάτες και Λατινοαμερικάνους. Τα χρόνια της δεκαετίας του 1980, όταν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα χρησιμοποίησαν σαν επιρροή την υπερχρέωση για να αναδιαρθρώσουν τις οικονομίες της πλειοψηφίας των χωρών του Τρίτου Κόσμου, ήταν τα χρόνια που οι παραγκουπόλεις έγιναν ένα αδυσώπητο μέλλον για τα εκατομμύρια των μεταναστών από την ύπαιθρο όσο και για εκατομμύρια παραδοσιακούς κατοίκους των πόλεων που εκτοπίστηκαν ή εξαθλιώθηκαν από τη βιαιότητα της «αναπροσαρμογής».

    Όπως τονίζει η έκθεση «Παραγκουπόλεις», τα οικονομικά προγράμματα SAP ήταν «επίτηδες αντιαστικά από τη φύση τους», σχεδιασμένα να αναστρέψουν κάθε «αστική μεροληψία» που παλιότερα υπήρχε στις κοινωνικές πολιτικές, την δημοσιονομική πολιτική ή τις κυβερνητικές επενδύσεις.[53] Σε όλες τις περιπτώσεις, το ΔΝΤ, ενεργώντας σαν δικαστικός επιμελητής των μεγάλων τραπεζών και υποστηριζόμενο από τις κυβερνήσεις Ρέηγκαν και Mπους, πρόσφερε στις φτωχές χώρες το ίδιο δηλητηριασμένο δισκοπότηρο, το οποίο περιείχε υποτίμηση, ιδιωτικοποίηση, άρση των ελέγχων εισαγωγών και των επιδοτήσεων για τρόφιμα, καταναγκαστικό έλεγχο κόστους στην υγεία και την παιδεία και ανελέητη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα. Ένα επαίσχυντο τηλεγράφημα από τον υπουργό Οικονομικών George Shultz προς τους υπαλλήλους της USAID στο εξωτερικό πρόσταζε: «στις περισσότερες περιπτώσεις οι εταιρίες του δημοσίου θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν».[54] Την ίδια στιγμή, τα οικονομικά προγράμματα SAP ρήμαξαν τους μικροϊδιοκτήτες της υπαίθρου με το να εξαλείψουν τις επιδοτήσεις και να τους σπρώξουν στα βαθιά, «να κολυμπήσουν ή να πνιγούν», μέσα σε παγκόσμιες αγορές αγαθών στις οποίες δεσπόζουν οι γεωργικές επιχειρήσεις των αναπτυγμένων χωρών.[55]

    Όπως παρατηρεί ο Ha-Joon Chang, τα SAP υποκριτικά «κλώτσησαν τη σκάλα» (δηλαδή τους προστατευτικούς δασμούς και τις επιδοτήσεις που οι χώρες του ΟΟΣΑ ιστορικά εφάρμοσαν κατά την προσπάθεια μετάβασης από την γεωργία στην παραγωγή αστικών αγαθών και υπηρεσιών υψηλής αξίας.)[56] Η έκθεση των ΗΕ χρησιμοποιεί το ίδιο επιχείρημα αναφέροντας ότι «η πιο σημαντική αιτία ανόδου της φτώχειας και της ανισότητας στις δεκαετίες του ’80 και ’90 ήταν η απεμπλοκή της πολιτείας». Εκτός από τις άμεσες μειώσεις της ιδιοκτησίας και των δαπανών του δημόσιου τομέα που επέβαλε το SAP, οι ερευνητές των Ηνωμένων Εθνών τονίζουν και την περισσότερο διακριτική μείωση της κρατικής δυνατότητας που προήλθε από την μεταβίβαση εξουσιών σε κατώτερα κλιμάκια εξουσίας και ειδικότερα σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις οι οποίες ήταν ευθέως συνδεδεμένες με μεγάλους διεθνείς φορείς βοήθειας.

    «Η όλη, φαινομενικά αποκεντρωμένη, δομή είναι ξένη προς την έννοια της εθνικής αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης που υπηρέτησε καλά τον αναπτυσσόμενο κόσμο και επιπροσθέτως (η δομή αυτή) είναι πολύ δεκτική στις δράσεις της παγκόσμιας ηγεμονίας. Η κρατούσα διεθνής άποψη (δηλαδή της Ουάσινγκτον) γίνεται de facto υπόδειγμα ανάπτυξης με αποτέλεσμα ολόκληρος ο κόσμος γρήγορα να εναρμονίζεται προς μια ευρεία κατεύθυνση που υποστηρίζεται από δωρητές και διεθνείς οργανώσεις».[57]

    Οι πόλεις της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής ήταν αυτές που χτυπήθηκαν πιο πολύ από την τεχνητή κρίση που κατασκευάστηκε από το ΔΝΤ και τον Λευκό Οίκο. Πράγματι, σε πολλές χώρες, η οικονομική επίπτωση των SAP τη δεκαετία του ’80, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ξηρασία, τις αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου, τα αυξανόμενα επιτόκια και τις πτωτικές τιμές των αγαθών, ήταν πιο σοβαρή και κράτησε περισσότερο και από την Μεγάλη Οικονομική Κρίση.

    Η Carole Racodi εξέτασε τον ισολογισμό της διαρθρωτικής αναπροσαρμογής στην Αφρική, ο οποίος περιλαμβάνει φυγή κεφαλαίου, κατάρρευση της βιομηχανίας, οριακή αύξηση ή μείωση στα έσοδα από εξαγωγές, δραστικές περικοπές στις αστικές δημόσιες υπηρεσίες, ραγδαία άνοδο τιμών και μεγάλη μείωση των πραγματικών μισθών.[58] Στην Κινσάσα («μια παρέκκλιση ή απλά ένα προμήνυμα των επερχόμενων γεγονότων;») o βιολογικός καθαρισμός υδάτων κατάργησε την μεσαία τάξη των δημοσίων υπαλλήλων και προκάλεσε μια «απίστευτη μείωση των πραγματικών μισθών» η οποία με τη σειρά της συνετέλεσε στην εφιαλτική αύξηση του εγκλήματος και των ληστρικών συμμοριών.[59] Στο Νταρ-ες-Σαλάαμ, οι κατά κεφαλήν δαπάνες για τις δημόσιες υπηρεσίες έπεφταν με ρυθμό 10% το χρόνο κατά τη δεκαετία του 1980: μια πραγματική κατεδάφιση της τοπικής κυβέρνησης.[60] Σύμφωνα με ντόπιους ερευνητές, στο Χαρτούμ η φιλελευθεροποίηση και η διαρθρωτική αναπροσαρμογή έφτιαξαν 1,1 εκατομμύριο «νεόπτωχους», «οι πιο πολλοί εκ των οποίων προέρχονταν από τις ομάδες των μισθωτών και των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα.»[61] Στην περίπτωση του Αμπιτζάν, μιας από τις λίγες τροπικές αφρικανικές πόλεις με σημαντικό βιομηχανικό τομέα και σύγχρονες αστικές υπηρεσίες, η υπαγωγή στο καθεστώς του SAP προκάλεσε συνεπέστατα αποβιομηχανοποίηση, κατάρρευση του κατασκευαστικού κλάδου και χειροτέρεψε ραγδαία τις δημόσιες μεταφορές και τις υποδομές υγιεινής.[62] Στη Νιγηρία του Balogun, η ακραία φτώχεια στις πόλεις Λάγος, Ιμπαντάν και άλλες, αυξήθηκε από 28% το 1980 σε 66 % το 1996. Σύμφωνα με έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, «το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν που βρίσκεται στα 260 δολλάρια σήμερα, είναι χαμηλότερο από την περίοδο της ανεξαρτησίας, 40 χρόνια πριν, όπως και από το επίπεδο των 370 δολλαρίων που σημειώθηκε το 1985.»[63]

Στη Λατινική Αμερική, τα SAP (εφαρμόστηκαν συχνά από στρατιωτικές δικτατορίες) αποσταθεροποίησαν τις αγροτικές οικονομίες και ταυτόχρονα κακοποίησαν την αστική απασχόληση και στέγαση. Το 1970, οι φιλογκεβαρικές θεωρίες «foco» που υποστήριζαν την ανταρσία της υπαίθρου ήταν ακόμη εναρμονισμένες με την ηπειρωτική πραγματικότητα, καθώς η φτώχεια της υπαίθρου (75 εκατομμύρια φτωχοί) υπερκάλυπτε την φτώχεια των πόλεων (44 εκατομμύρια φτωχοί). Όμως στο τέλος της δεκαετίας του ‘80 η μεγάλη πλειοψηφία των φτωχών (115 εκατομμύρια το 1990) ζούσαν σε αστικές colonias και villas miseria και όχι σε φάρμες ή χωριά (80 εκατομμύρια).[64]

Στο μεταξύ, η αστικές ανισότητες έλαβαν εκρηκτικές διαστάσεις. Στο Σαντιάγο, η δικτατορία του Πινοσέτ κατεδάφισε με μπουλντόζες τις παραγκουπόλεις και εξεδίωξε πρώην ριζοσπάστες καταληψίες. Εξανάγκασε φτωχές οικογένειες να γίνουν allegados (συγγενείς), να ζήσουν δύο και τρεις μαζί στο ίδιο νοικιασμένο οίκημα. Στο Μπουένος Άιρες το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 10% αυξήθηκε και από δεκαπλάσιο του φτωχότερου το 1984 έγινε εικοσιτριπλάσιο το 1989.[65] Στη Λίμα, όπου η αξία του ελάχιστου μισθού έπεσε κατά 83% κατά τη διάρκεια της ύφεσης του ΔΝΤ, το ποσοστό των νοικοκυριών που ζούσαν κάτω από το όριο φτώχειας αυξήθηκε από 17% το 1985 σε 44% το 1990.[66] Στο Ρίο ντε Τζανέιρο, η ανισότητα, σύμφωνα με κλασικούς συντελεστές Gini, αυξήθηκε από 0,58 το 1981 σε 0,67 το 1989.[67] Πράγματι, σε όλη τη Λατινική Αμερική, η δεκαετία του ‘80 έκανε πιο βαθιά τα φαράγγια και ψήλωσε τις κορυφές στην πιο ακραία τοπογραφία του κόσμου. Σύμφωνα με μια έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας του 2003, οι συντελεστές Gini είναι 10 μονάδες υψηλότερα στην Λατινική Αμερική από ότι στην Ασία, 15,5 μονάδες υψηλότερα από τις χώρες του ΟΟΣΑ και 20,4 μονάδες υψηλότερα από την Ανατολική Ευρώπη.[68]

Σε ολόκληρο τον Τρίτο Κόσμο, τα οικονομικά σοκ της δεκαετίας του ’80 ώθησαν τους ανθρώπους να ανασυγκροτηθούν γύρω από τα εφεδρικά αποθέματα των νοικοκυριών και, ιδιαίτερα, να βασιστούν στις τεχνικές επιβίωσης και την απελπισμένη επινοητικότητα των γυναικών. Στην Κίνα και τις βιομηχανοποιημένες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, εκατομμύρια νεαρές γυναίκες προσχώρησαν στις γραμμές παραγωγής και στην εξαθλίωση των εργοστασίων. Στην Αφρική και το μεγαλύτερο μέρος της Λατινικής Αμερικής (με την εξαίρεση των πόλεων στα βόρεια σύνορα του Μεξικού) δεν υπήρχε αυτή η επιλογή. Αντίθετα, η αποβιομηχανοποίηση και ο αποδεκατισμός των ανδρικών θέσεων εργασίας σε επίσημες δουλειές υποχρέωσε τις γυναίκες να δημιουργήσουν από μόνες τους νέες απασχολήσεις όπως εργασία ανα τεμάχιο, πώληση αλκοολούχων ποτών, πώληση αντικειμένων στους δρόμους. Επίσης πολλές γυναίκες έγιναν καθαρίστριες, πλύστρες, ρακοσυλλέκτριες, νταντάδες και πόρνες. Στη Λατινική Αμερική, όπου η γυναικεία εργατική δύναμη στις πόλεις είχε ανέκαθεν μικρότερη συμμετοχή απ’ ότι σε άλλες ηπείρους, η ώθηση των γυναικών σε τριτογενείς ανεπίσημες δραστηριότητες κατά τη δεκαετία του ’80 ήταν δραματική.[69] Στην Αφρική, όπου τα σύμβολα της παραοικονομίας είναι οι γυναίκες που διαχειρίζονται μπαρ με παράνομα ποτά ή πουλάνε προϊόντα στο δρόμο, ο Christian Rogerson μας υπενθυμίζει ότι οι περισσότερες γυναίκες του ανεπίσημου τομέα εργασίας δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοαπασχολούμενες ή οικονομικά ανεξάρτητες αλλά δουλεύουν για κάποιον άλλο.[70] Αυτά τα πανταχού παρόντα και αμείλικτα δίκτυα μικροεκμετάλλευσης από φτωχούς που εκμεταλλεύονται τους πιο φτωχούς, συνήθως συγκαλύπτονται μέσα σε συναλλαγές της παραοικονομίας.

Η αστική φτώχεια χτύπησε ιδιαίτερα τις γυναίκες και στις πρώην χώρες της COMECON μετά την καπιταλιστική «απελευθέρωση» του 1989. Στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 η ακραία φτώχεια στις λεγόμενες «χώρες υπό μετάβαση» (όπως τις αποκαλούν τα Ηνωμένα Έθνη) αυξήθηκε ραγδαία από τα 14 στα 168 εκατομμύρια: μια μαζική εξαθλίωση σχεδόν χωρίς ιστορικό προηγούμενο.[71] Αν και στον παγκόσμιο ισολογισμό αυτή η οικονομική καταστροφή μερικώς αντισταθμίζεται από την επιτυχία της Κίνας να αυξήσει τα εισοδήματα στις παράκτιες πόλεις, η οποία έχει λάβει πολλούς επαίνους, το κινέζικο «θαύμα» της αγοράς στοίχισε μια «μεγάλη αύξηση στην ανισότητα των μισθών στους εργάτες των πόλεων… κατά την περίοδο 1988-1999.» Οι γυναίκες και οι μειονότητες περιήλθαν στη μειονεκτικότερη θέση.[72]

Θεωρητικά βεβαίως, η δεκαετία του ’90 θα έπρεπε να έχει διορθώσει τα κακώς κείμενα της δεκαετίας του ’80, επιτρέποντας στις πόλεις του Τρίτου Κόσμου να κερδίσουν το χαμένο έδαφος και να γεφυρώσουν το χάσμα της ανισότητας που προκάλεσαν τα SAP. Ο πόνος της προσαρμογής θα έδινε τη θέση του στο αναλγητικό της παγκοσμιοποίησης. Πράγματι, η δεκαετία του 1990, όπως η έκθεση «Παραγκουπόλεις» παρατηρεί με ειρωνεία, ήταν η πρώτη δεκαετία κατά την οποία η παγκόσμια αστική ανάπτυξη έλαβε χώρα μέσα σε σχεδόν ουτοπικές παραμέτρους νεοκλασικής ελευθερίας της αγοράς.

Μέσα στη δεκαετία του ’90, το εμπόριο συνέχισε να αναπτύσσεται με σχεδόν πρωτοφανείς ρυθμούς, απρόσιτες περιοχές έγιναν προσιτές και οι στρατιωτικές δαπάνες μειώθηκαν… Όλες οι πρώτες ύλες της παραγωγής έγιναν φθηνότερες αφού τα επιτόκια έπεσαν ραγδαία, μαζί με την τιμή των βασικών αγαθών. Οι ροές των κεφαλαίων απελευθερώθηκαν από τα δεσμά των εθνικών ελέγχων και μπορούσαν να κινηθούν γρήγορα προς τις πιο παραγωγικές περιοχές. Κάτω από συνθήκες που σύμφωνα με το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο οικονομικό δόγμα ήταν σχεδόν τέλειες, θα φανταζόταν κανείς ότι η δεκαετία θα χαρακτηριζόταν από απαράμιλλη ευμάρεια και κοινωνική δικαιοσύνη.[73]

Τελικά όμως η αστική φτώχεια συνέχισε την αδυσώπητη συσσώρευση της και το «χάσμα μεταξύ φτωχών και πλούσιων χωρών μεγάλωσε, ακριβώς όπως είχε κάνει τα προηγούμενα είκοσι χρόνια. Στις περισσότερες χώρες η εισοδηματική ανισότητα αυξήθηκε ή, στην καλύτερη περίπτωση, σταθεροποιήθηκε.» Σύμφωνα με οικονομολόγους της Παγκόσμιας Τράπεζας, η παγκόσμια ανισότητα έπιασε έναν απίστευτο συντελεστή Gini της τάξεως του 0,67% στο τέλος του αιώνα. Αυτό ήταν μαθηματικά ισοδύναμο με μια κατάσταση όπου τα φτωχότερα δύο τρίτα του κόσμου δεν λαμβάνουν καθόλου εισόδημα, καθώς αυτό πηγαίνει εξ’ ολοκλήρου στο υπόλοιπο ένα τρίτο του πληθυσμού.[74]

5. Μια Ανθρωπότητα του πλεονάσματος;

Προχωρήσαμε με δυσκολία σχεδόν έως δίπλα στην πόλη, προσπαθώντας να κρατηθούμε από τις χιλιάδες ρωγμές σωτηρίας…
Patrick Chamoiseau, Texaco, 1997

Η βάρβαρη αρχιτεκτονική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησε το 1987, είναι ανάλογη των καταστροφικών διεργασιών που αρχικά διαμόρφωσαν ένα Τρίτο Κόσμο κατά την τελευταία περιόδου του βικτωριανού ιμπεριαλισμού (1870-1900). Στην δεύτερη περίπτωση, η βίαιη ένταξη των μεγάλων αυτοσυντηρούμενων αγροτικών τάξεων της Ασίας και Αφρικής στην παγκόσμια αγορά προκάλεσε τη λιμοκτονία εκατομμυρίων και τον ξεριζωμό δεκάδων εκατομμυρίων από τις παραδοσιακές τους εστίες. Το τελικό αποτέλεσμα –και στην Λατινική Αμερική– ήταν η «μερική προλεταριοποίηση» των αγροτών, η δημιουργία μιας τεράστιας παγκόσμιας τάξης εξαθλιωμένων ημι-αγροτών και εργατών σε φάρμες χωρίς υπαρξιακή ασφάλεια αυτοσυντήρησης.[75] Αποτέλεσμα, ο εικοστός αιώνας έγινε μια εποχή, όχι αστικών επαναστάσεων όπως την είχε φανταστεί ο κλασικός Μαρξισμός, αλλά εποχικών αγροτικών εξεγέρσεων και πολέμων χωρικών για εθνική ανεξαρτησία. Η διαρθρωτική αναπροσαρμογή, θα έλεγε κανείς, δρομολόγησε πρόσφατα έναν εξίσου ριζικό μετασχηματισμό του μέλλοντος των ανθρώπων. Όπως καταλήγουν οι συντάκτες των «Παραγκουπόλεων», «αντί να είναι μια εστία ανάπτυξης και ευημερίας, οι πόλεις έχουν γίνει μια χωματερή για το πλεόνασμα του πληθυσμού που δουλεύει σε ανειδίκευτες, απροστάτευτες και χαμηλόμισθες υπηρεσίες και εμπόριο μέσα στα πλαίσια της παραοικονομίας.» Δηλώνουν ευθέως, «η άνοδος αυτού του τομέα της παραοικονομίας είναι το άμεσο αποτέλεσμα της φιλελευθεροποίησης.»[76]

Πράγματι, η παγκόσμια ανεπίσημη εργατική δύναμη (που καλύπτει ένα μέρος, αλλά δεν είναι ακριβώς η ίδια με τον πληθυσμό των παραγκουπόλεων) αριθμεί περίπου ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους και είναι η γρηγορότερα αναπτυσσόμενη και χωρίς προηγούμενο κοινωνική τάξη στη Γη. Από τότε που ο ανθρωπολόγος Keith Hart, που εργαζόταν στην Άκρα, πρωτοεισήγαγε την έννοια του «ανεπίσημου τομέα» το 1973, μια τεράστια βιβλιογραφία (η πλειοψηφία της οποίας δεν έκανε διαχωρισμό μεταξύ της μικρο-συσσώρευσης και του βιοτικού επιπέδου κάτω από το ελάχιστο για την αυτοσυντήρηση) πάλεψε με τα ανυπέρβλητα θεωρητικά και εμπειρικά προβλήματα που συνδέονται με τη μελέτη των στρατηγικών επιβίωσης των φτωχών στις πόλεις.[77] Η βασική συναίνεση όμως είναι η εξής: η κρίση της δεκαετίας του ’80 ανέστρεψε τις δομικές θέσεις του επίσημου και ανεπίσημου τομέα, προωθώντας την μάχη για επιβίωση μέσω της παραοικονομίας ως το νέο πρωταρχικό τρόπο απασχόλησης στην πλειοψηφία των πόλεων του Τρίτου Κόσμου.

O Alejandro Portes και η Kelly Hofman αποτίμησαν πρόσφατα τον συνολικό αντίκτυπο των SAP και της φιλελευθεροποίησης στις δομές της Λατινοαμερικανικής αστικής τάξης από τη δεκαετία του ’70. Συμφωνώντας με τα συμπεράσματα των Ηνωμένων Εθνών, καταλήγουν ότι οι εργαζόμενοι στο κράτος αλλά και το επίσημο προλεταριάτο μειώθηκαν σε όλες τις χώρες της περιοχής από το 1970 και μετά. Σε αντίθεση, ο ανεπίσημος τομέας της οικονομίας, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κοινωνική ανισότητα, έχει αυξηθεί δραματικά. Αντίθετα με κάποιους ερευνητές, κάνουν ένα κρίσιμο διαχωρισμό μεταξύ των δύο ακόλουθων όρων: της ανεπίσημης ασήμαντης μπουρζουαζίας («το σύνολο των ιδιοκτητών μικροεπιχειρήσεων που απασχολούν λιγότερο από πέντε εργαζόμενους συν τους αυτοαπασχολούμενους επαγγελματίες και τεχνίτες») και του ανεπίσημου προλεταριάτου («το σύνολο των αυτοαπασχολούμενων εργατών χωρίς τους επαγγελματίες και τεχνίτες, οικιακούς βοηθούς και έμμισθους ή άμισθους εργάτες σε μικροεπιχειρήσεις.») Αποδεικνύουν ότι αυτή η πρώην κοινωνική τάξη των «μικροεπιχειρηματιών», η τόσο αγαπημένη στις σχολές επιχειρήσεων της βόρειας Αμερικής, συχνά αποτελείται από απολυμένους επαγγελματίες του δημοσίου τομέα ή απολυμένους εξειδικευμένους εργάτες. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, αυξήθηκαν από το 5 στο 10% του οικονομικά ενεργού αστικού πληθυσμού: αυτή η τάση αντικατοπτρίζει «την αναγκαστική επιχειρηματικότητα που επιβλήθηκε σε πρώην μισθωτούς λόγω της εξασθένησης της εργασίας στον επίσημο τομέα».[78]

Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με την έκθεση των ΗΕ, οι ανεπίσημοι εργάτες αποτελούν περίπου τα δύο πέμπτα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του αναπτυσσόμενου κόσμου.[79] Σύμφωνα με ερευνητές της Διαμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης (Inter-American Development Bank), η παραοικονομία αυτή τη στιγμή απασχολεί 57% της λατινοαμερικανικής εργατικής δύναμης και προσφέρει τέσσερις στις τις πέντε καινούριες «δουλειές».[80] Άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι η παραοικονομία συντηρεί περισσότερους από τους μισούς Ινδονήσιους στις πόλεις καθώς και το 65% των κατοίκων της Ντάκα.[81] Παρομοίως, η έκθεση «Παραγκουπόλεις» παραθέτει πόρισμα έρευνας σύμφωνα με το οποίο η ανεπίσημη οικονομική δραστηριότητα αντιπροσωπεύει το 33-40% της αστικής απασχόλησης στην Ασία, ενώ στην Λατινική Αμερική κυμαίνεται μεταξύ 60-75% και στην Αφρική βρίσκεται στο 60%.[82] Πράγματι, στις πόλεις της Αφρικής νοτίως της Σαχάρας, η δημιουργία «επίσημων θέσεων εργασίας» έχει στην πράξη σταματήσει. Μια μελέτη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (International Labour Organisation) για τις αγορές αστικού ανθρώπινου δυναμικού στη Ζιμπάμπουε της δεκαετίας του ’90 –υπό καθεστώς διαρθρωτικής προσαρμογής συν στασιμοπληθωρισμό– απεφάνθη ότι ο επίσημος τομέας δημιουργούσε μόνο 10.000 θέσεις εργασίας το χρόνο τη στιγμή που η αύξηση του αστικού ανθρώπινου δυναμικού ήταν πάνω από 300.000 το χρόνο.[83] Η έκθεση των ΗΕ υπολογίζει επίσης ότι το 90% των νέων αστικών θέσεων εργασίας στην Αφρική μέσα στη νέα δεκαετία θα προέρχονται από τον ανεπίσημο τομέα.[84]

Οι ειδήμονες του αυτοδύναμου καπιταλισμού, όπως ο ασυγκράτητος Hernando de Soto, μπορεί να περιγράψουν αυτό τον πελώριο πληθυσμό περιθωριοποιημένων εργατών, απολυμένων δημοσίων υπαλλήλων και πρώην χωρικών, σαν μια άγρια κυψέλη φιλόδοξων επιχειρηματιών που λαχταρούν επίσημα περιουσιακά δικαιώματα και ένα ανταγωνιστικό πεδίο χωρίς παρεμβάσεις. Όμως είναι πολύ πιο λογικό να θεωρήσουμε τους περισσότερους ανεπίσημους εργάτες σαν τους «ενεργούς» άνεργους που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συντηρηθούν με κάποια μέσα ή να λιμοκτονήσουν.[85] Τα περίπου 100 εκατομμύρια παιδιά των δρόμων δεν είναι πολύ πιθανό –και μας συγχωρείτε κύριε de Soto– να αρχίσουν να εισάγουν εταιρίες στο χρηματιστήριο ή να πουλούν τσίχλες με προθεσμίες.[86] Ούτε πρόκειται τα 70 εκατομμύρια περιφερόμενων εργατών της Κίνας, οι οποίοι ζουν λαθραία στην αστική περιφέρεια, να καταφέρουν τελικά να κεφαλαιοποιήσουν τους εαυτούς τους ως μικρούς υπεργολάβους ή να γίνουν μέρος της επίσημης αστικής εργατικής τάξης. Η ανεπίσημη εργατική τάξη –η οποία παντού υπόκειται σε μικρο και μακροεκμετάλλευση– δεν προστατεύεται πουθενά από εργατικούς νόμους και κανόνες.

Επιπροσθέτως, όπως υποστηρίζει ο Alain Dubresson, στην περίπτωση του Αμπιτζάν, «η δυναμικότητα της χειρονακτικής εργασίας και του μικροεμπορίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση του μισθωτού τομέα.» Προειδοποιεί για την «ψευδαίσθηση» που καλλιεργείται από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας και την Παγκόσμια Τράπεζα ότι «ο ανεπίσημος τομέας μπορεί να αντικαταστήσει αποτελεσματικά τον επίσημο και να προωθήσει μια διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου επαρκούς για πόλη περισσότερων από 2,5 εκατομμυρίων κατοίκων».[87] Την προειδοποίησή αυτή ενστερνίζεται ο Christian Rogerson, οποίος διαχωρίζει (όπως ο Portes και ο Hoffman) τις μικρο-επιχειρήσεις «επιβίωσης» από τις «αναπτυξιακές» και σχολιάζει το εξής: «σε γενικές γραμμές, τα εισοδήματα αυτών των επιχειρήσεων, η πλειοψηφία των οποίων διοικούνται από γυναίκες, συνήθως είναι μικρότερα από το βασικό επίπεδο ζωής. Επενδύουν δε ελάχιστο κεφάλαιο, δεν παρέχουν σχεδόν καθόλου εξειδίκευση, ενώ έχουν περιορισμένες ευκαιρίες για να εξελιχθούν σε βιώσιμες επιχειρήσεις». Ακόμη και οι επίσημοι μισθοί στις πόλεις της Αφρικής είναι τόσο χαμηλοί που οι οικονομολόγοι δεν μπορούν να καταλάβουν πως επιζούν οι εργάτες (το λεγόμενο «αίνιγμα των μισθών»). Κατά συνέπεια, ο ανεπίσημος τριτογενής τομέας έχει μεταβληθεί σε μια αρένα ακραίου Δαρβινικού ανταγωνισμού μεταξύ των φτωχών. O Rogerson παραθέτει τα παραδείγματα της Ζιμπάμπουε και της Νότιας Αφρικής όπου οι γυναικείες ανεπίσημες επιχειρήσεις λιανεμπορίου, όπως οι παράνομες πωλήσεις αλκοολούχων ποτών και τα spazas, είναι πια εξαιρετικά συνωστισμένα και μαστίζονται από πτώση κερδών.[88]

Με άλλα λόγια, η υπαρκτή μακροοικονομική τάση της ανεπίσημης εργασίας είναι η αναπαραγωγή της απόλυτης φτώχειας. Ας δεχτούμε ότι το ανεπίσημο προλεταριάτο δεν είναι ό,τι πιο ασήμαντο ανάμεσα στις ασήμαντες μπουρζουαζίες. Αυτό όμως δεν το κάνει ούτε «ένα στρατό εργατικής εφεδρείας» ούτε ένα «λούμπεν προλεταριάτο», όποια αχρηστευμένη έννοια του 19ου αιώνα και αν χρησιμοποιήσουμε. Στα σίγουρα, ένα μέρος του είναι μια λαθραία εργατική δύναμη όσον αφορά την επίσημη οικονομία. Πολυάριθμες μελέτες έχουν αποκαλύψει πως τα δίκτυα υπεργολάβων της Wal-Mart και άλλων τεράστιων εταιριών έχουν χώσει τα μακριά πλοκάμια τους μέσα στις colonias και τα chawls. Και στο τέλος της ημέρας, η πλειοψηφία των κατοίκων των αστικών παραγκουπόλεων είναι πραγματικά και πλήρως άστεγοι μέσα στην διεθνή οικονομία του σήμερα.

Η προέλευση των παραγκουπόλεων είναι φυσικά η παγκόσμια ύπαιθρος, όπου, όπως μας υπενθυμίζει η Deborah Brycerson, ο άνισος ανταγωνισμός με μεγάλης κλίμακας αγροτικές επιχειρήσεις διαλύει την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία εις τα εξ’ ων συνετέθη.[89] Καθώς οι αγροτικές περιοχές χάνουν την «δυνατότητα αποθήκευσης», οι παραγκουπόλεις παίρνουν τη θέση τους και ο αστικός «εκφυλισμός» αντικαθιστά τον αγροτικό εκφυλισμό. Λειτουργεί πλέον αυτός σαν υπόνομος για το εργατικό πλεόνασμα το οποίο μπορεί να κερδίσει την επιβίωσή του μόνο με περισσότερα επιτεύγματα αυτο-εκμετάλλευσης και με την ακόμη πιο ανταγωνιστική υποδιαίρεση των ήδη υπερκορεσμένων λιανικών επιχειρήσεων επιβίωσης.[90] Ο «Εκσυγχρονισμός», η «Ανάπτυξη» και τώρα η απελευθερωμένη «Αγορά» έκαναν όλα τον κύκλο τους. Η εργατική δύναμη, που αριθμεί ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους, έχει εκδιωχθεί από το παγκόσμιο σύστημα. Συνεπώς, ποιος μπορεί να φανταστεί ένα πειστικό σενάριο, κάτω από την νεοφιλελεύθερη πολιτική, που θα ξαναενσωματώσει αυτούς τους ανθρώπους σαν παραγωγικούς εργάτες ή μαζικούς καταναλωτές;

  1. Ο Μαρξ και το Άγιο Πνεύμα

    [Ο Κύριος λέγει:] Θα έρθει η μέρα που ο φτωχός θα πει ότι δεν έχει τίποτα να φάει και εργασία δεν υπάρχει…Αυτό θα αναγκάσει τον φτωχό να πάει σε αυτά τα μέρη και να κάνει διάρρηξη για να βρει φαγητό. Αυτό θα αναγκάσει τον πλούσιο να βγει έξω με το όπλο του και να αρχίσει πόλεμο με τον εργάτη…αίμα θα χυθεί στους δρόμους σαν βροχή από τους ουρανούς.
    Μια προφητεία από το «Αzusa Street Awakening» του 1906

    Η συχωρεμένη λοιπόν καπιταλιστική διαλογή της ανθρωπότητας έχει ήδη λάβει χώρα. Επιπροσθέτως, η παγκόσμια αύξηση ενός τεράστιου ανεπίσημου προλεταριάτου είναι μια εντελώς πρωτότυπη διαρθρωτική ανάπτυξη, που δεν πρόβλεψε ούτε ο κλασικός Μαρξισμός αλλά ούτε και οι ειδήμονες του εκσυγχρονισμού. Πράγματι, η έκθεση «Παραγκουπόλεις» προκαλεί την κοινωνική θεωρία να κατανοήσει τον νεωτερισμό ενός πραγματικά παγκόσμιου κατάλοιπου που στερείται της στρατηγικής οικονομικής δύναμης της κοινωνικοποιημένης εργασίας και που έχει συγκεντρωθεί μαζικά σε ένα κόσμο φτιαγμένο από παράγκες και που περικλείει τις ενισχυμένες περιοχές των πλούσιων αστών.

    Οι τάσεις προς ένα αστικό εκφυλισμό υπήρχαν βέβαια κατά τον 19ο αιώνα. Οι Ευρωπαϊκές βιομηχανικές εγκαταστάσεις ήταν ανίκανες να απορροφήσουν ολόκληρη την προσφορά της εκτοπισμένης αγροτικής εργατικής δύναμης, ειδικά μετά το 1870 που η ηπειρωτική γεωργία εκτέθηκε στον καταστρεπτικό ανταγωνισμό των βορειοαμερικανικών κάμπων. Όμως η μαζική μετανάστευση προς τις κοινωνίες εποίκων της Αμερικής και της Ωκεανίας, όπως και της Σιβηρίας, προσέφερε μια δυναμική βαλβίδα ασφαλείας, που απέτρεψε την εμφάνιση μεγάλων Δουβλίνων αλλά και την εξάπλωση αυτού του τύπου αναρχισμού της κατώτερης κοινωνικής τάξης που είχε ριζώσει στα πιο εξαθλιωμένα μέρη της νότιας Ευρώπης. Σε αντίθεση, σήμερα το πλεόνασμα εργατικής δύναμης αντιμετωπίζει πρωτοφανή εμπόδια –κυριολεκτικά ένα «μεγάλο τείχος» υπερσύγχρονης επιτήρησης συνόρων– που μπλοκάρει την μαζική μετανάστευση προς τις πλούσιες χώρες. Παρομοίως, αμφιλεγόμενα προγράμματα επανεγκατάστασης πληθυσμού σε «παραμεθόριες» περιοχές σαν την Αμαζονία, το Θιβέτ, το Καλιμαντάν και την Ίριαν Τζάγια προκαλούν οικολογική καταστροφή και εθνικές συγκρούσεις χωρίς να μειώνουν σημαντικά την αστική φτώχεια στη Βραζιλία, την Κίνα και την Ινδονησία.

    Επομένως, μόνο η παραγκούπολη παραμένει ως η αποκλειστική λύση στο πρόβλημα της αποθήκευσης του πλεονάσματος ανθρωπότητας του 21ου αιώνα. Δεν είναι όμως οι εξαθλιωμένες συνοικίες, όπως η τρομοκρατημένη βικτωριανή μπουρζουαζία κάποτε φαντάστηκε, ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν; Ή μήπως ο ανελέητος δαρβινικός ανταγωνισμός, καθώς όλο και περισσότεροι φτωχοί άνθρωποι ανταγωνίζονται για τα ίδια ανεπίσημα υπολείμματα, διασφαλίζει ότι η αυτοκαταναλωτική κοινοβιακή βία είναι μια ακόμη μεγαλύτερη μορφή αστικού εκφυλισμού; Κατά πόσο το άτυπο προλεταριάτο κατέχει το πιο ισχυρό Μαρξιστικό φυλακτό, τον «ιστορικό παράγοντα»; Μπορεί η διαχωρισμένη εργατιά να ξαναενσωματωθεί σε ένα παγκόσμιο απελευθερωτικό σχέδιο; Ή μήπως είναι η κοινωνιολογία της διαμαρτυρίας στη μίζερη μεγαλούπολη μια οπισθοχώρηση στον προβιομηχανικό αστικό όχλο, τον σποραδικά εκρηκτικό κατά τη διάρκεια καταναλωτικών κρίσεων που γίνεται όμως εύκολα υποχείριο των πελατειακών σχέσεων, του λαϊκιστικού θεάματος και των εκκλήσεων για εθνικιστική ενότητα; ‘Η μήπως ένα νέο, αναπάντεχο ιστορικό θέμα, κατά τους Hardt και Negri, βαδίζει νωθρά προς τη μεγαλούπολη;

    Στην πραγματικότητα, η παρούσα βιβλιογραφία σχετικά με τη φτώχεια και την αστική διαμαρτυρία προσφέρει λίγες απαντήσεις σε τέτοιας μεγάλης κλίμακας ερωτήσεις. Για παράδειγμα, κάποιοι ερευνητές θα ρωτούσαν αν οι εθνικά διαφοροποιημένοι φτωχοί των παραγκουπόλεων ή οι οικονομικά ετερογενείς ανεπίσημοι εργάτες αποτελούν έστω μια «τάξη από μόνοι τους» –ή ακόμη λιγότερο– μια πιθανά μαχητική «τάξη για τον εαυτό της». Ασφαλώς, το ανεπίσημο προλεταριάτο φέρει «ριζοσπαστικές αλυσίδες», με τη μαρξιστική έννοια του να έχει κανείς λίγο ή καθόλου συμφέρον από την διατήρηση του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής. Αλλά επειδή οι ξεριζωμένοι αγρότες μέτοικοι και οι ανεπίσημοι εργάτες έχουν στερηθεί την φθαρτή εργατική δύναμη, ή υποβιβάστηκαν σε οικιακούς βοηθούς στα σπίτια των πλουσίων, έχουν μικρή πρόσβαση στην κουλτούρα της συλλογικής εργασίας ή τη μεγάλης κλίμακας πάλη των τάξεων. Αναγκαστικά, το κοινωνικό τους πεδίο δράσης πρέπει να είναι ο δρόμος ή η αγορά της παραγκούπολης και όχι το εργοστάσιο ή η διεθνής γραμμή συναρμολόγησης.

    Οι αγώνες των ανεπίσημων εργατών, όπως τονίζει ο John Walton σε μια πρόσφατη επισκόπηση ερευνών πάνω στα κοινωνικά κινήματα σε φτωχές πόλεις, είχαν την τάση, προπαντός, να είναι σποραδικοί και διακεκομμένοι. Επίσης, συνήθως επικέντρωναν σε άμεσα ζητήματα κατανάλωσης: επιδρομές σε κτήματα σε αναζήτηση οικονομικής στέγης και ταραχές ενάντια σε αυξήσεις στις τροφές και στα είδη χρησιμότητας. Στο παρελθόν, τουλάχιστον, «τα αστικά προβλήματα σε αναπτυσσόμενες κοινωνίες διευθετήθηκαν περισσότερο μέσω των σχέσεων προστάτη-πελάτη παρά μέσω ενός λαϊκού ακτιβισμού».[91] Από την εποχή της κρίσης υπερχρέωσης της δεκαετίας του 1980, νεολαϊκιστές ηγέτες στη Λατινική Αμερική σημείωσαν εξαιρετική επιτυχία στο να εκμεταλλευτούν την απελπισμένη επιθυμία των φτωχών αστών για περισσότερο σταθερές και προβλεπόμενες δομές στην καθημερινή ζωή τους. Αν και ο Walton δεν χρησιμοποιεί το επιχείρημα με συγκεκριμένο τρόπο, ο αστικός ανεπίσημος τομέας υπήρξε ιδεολογικά συγκεχυμένος σε ότι αφορούσε την υποστήριξη λαϊκιστών σωτήρων: στο Περού υπήρξε αντίσταση στον Fujimori αλλά στη Βενεζουέλα υποστήριξη στον Chavez.[92] Στην Αφρική και τη Νότια Ασία, από την άλλη πλευρά, η αστική πελατειακή σχέση πολύ συχνά ισοδυναμεί με την επικράτηση των εθνικο-θρησκευτικών φανατικών και των εφιαλτικών φιλοδοξιών τους για εθνοκάθαρση. Διαβόητα παραδείγματα είναι οι αντιμουσουλμανικές εθνοφρουρές του Λαϊκού Κογκρέσου Oodua στο Λάγος και το ημιφασιστικό κίνημα Shiv Sena στη Βομβάη.[93]

Θα επικρατήσουν τέτοιες «18ου αιώνα» κοινωνιολογίες της διαμαρτυρίας στα μέσα του 21ου αιώνα; Το παρελθόν είναι πιθανά ένας φτωχός οδηγός για το μέλλον. Η Ιστορία δεν κάνει τα πράγματα ομοιόμορφα. Ο νέος αστικός κόσμος εξελίσσεται με εξαιρετική ταχύτητα και συχνά προς απροσδόκητες κατευθύνσεις. Σε όλες τις περιοχές η συνεχιζόμενη συσσώρευση της φτώχειας υπονομεύει την υπαρξιακή ασφάλεια και βάζει όλο και πιο ασυνήθιστες προκλήσεις για την οικονομική επινοητικότητα των φτωχών. Ίσως υπάρχει ένα ακραίο σημείο στο οποίο η μόλυνση, η συμφόρηση, η απληστία και η βία της καθημερινής αστικής ζωής τελικά υπερισχύουν της ευγένειας και των δικτύων επιβίωσης της εξαθλιωμένης συνοικίας. Σίγουρα στον παλιό αγροτικό κόσμο υπήρχαν όρια, συχνά ρυθμισμένα από την πείνα, που οδηγούσαν κατευθείαν σε κοινωνική έκρηξη. Αλλά κανείς δεν ξέρει ακόμη την κοινωνική θερμοκρασία στην οποία οι καινούριες πόλεις της φτώχειας αυτοαναφλέγονται.

Πράγματι, τουλάχιστον για την ώρα, ο Μαρξ έχει παραδώσει την ιστορική περίοδο στον Μωάμεθ και το Άγιο Πνεύμα. Αν ο Θεός πέθανε στις πόλεις της βιομηχανικής επανάστασης, αναστήθηκε ξανά στις μετα-βιομηχανικές πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η αντίθεση μεταξύ των ιδεολογιών της αστικής φτώχειας στις δύο εποχές είναι εξαιρετική. Όπως κατέδειξε ο Hugh McLeod στην αριστοτεχνική του μελέτη περί της θρησκείας της βικτωριανής εργατικής τάξης, ο Μαρξ και ο Έγκελς δικαίως πίστευαν ότι η αστικοποίηση εκκοσμίκευε την εργατική τάξη. Παρότι η Γλασκώβη και η Νέα Υόρκη μπορούσαν κάπως να εξαιρεθούν, «η ερμηνεία που συσχετίζει την αποσύνδεση της εργατικής τάξης από την εκκλησία με την αυξανόμενη ταξική επίγνωση είναι κατά κάποιο τρόπο αδιαμφισβήτητη». Αν και οι μικρές εκκλησίες και οι σχισματικές σέκτες ευδοκιμούσαν στις εξαθλιωμένες συνοικίες, η κυρίως τάση ήταν ενεργή ή παθητική δυσπιστία. Μέσα στη δεκαετία του 1880, το Βερολίνο σκανδάλιζε τους ξένους ως «η πλέον άθρησκη πόλη στον κόσμο» και στο Λονδίνο το 1902, στις προλεταριακές περιοχές του East End και των Docklands, η μέση προσέλευση ενηλίκων στην εκκλησία άγγιζε με τη βία το 12% (και οι πιο πολλοί ήταν Καθολικοί).[94] Στη Βαρκελώνη, η αναρχική εργατική τάξη κατέστρεψε τις εκκλησίες κατά τη διάρκεια της Semana Tragica, ενώ στις εξαθλιωμένες συνοικίες της Αγίας Πετρούπολης, του Μπουένος Άιρες, ακόμη και του Τόκυο, μαχητικοί εργάτες ασπάστηκαν με ενθουσιασμό τα νέα δόγματα του Δαρβίνου, του Κροπότκιν και του Μαρξ.

Σήμερα, από την άλλη πλευρά το λαϊκιστικό Ισλάμ, ο Χριστιανισμός της Πεντηκοστής και στη Βομβάη η θρησκευτική λατρεία της Shivaji καταλαμβάνουν ένα κοινωνικό χώρο ανάλογο αυτού που καταλάμβαναν στις αρχές του 19ου αιώνα ο σοσιαλισμός και ο αναρχισμός. Για παράδειγμα στο Μαρόκο, όπου κάθε χρόνο μισό εκατομμύριο μετανάστες από την ύπαιθρο απορροφώνται από τις ασφυκτικά γεμάτες πόλεις και όπου ο μισός πληθυσμός είναι κάτω των 25 ετών, τα ισλαμικά κινήματα όπως το «Δικαιοσύνη και Ευημερία» που ιδρύθηκε από τον Σεΐχη Abdessalam Yassin, έχουν γίνει οι πραγματικές κυβερνήσεις των παραγκουπόλεων: οργανώνουν νυχτερινά σχολεία, παρέχουν νομική βοήθεια στα θύματα της κρατικής κακομεταχείρισης, αγοράζουν φάρμακα για τους άρρωστους, επιδοτούν προσκυνήματα και πληρώνουν για κηδείες. Όπως παραδέχτηκε στον Ignacio Ramonet ο πρωθυπουργός Abderrahmane Youssoufi, σοσιαλιστής ηγέτης που κάποτε εξορίστηκε από τη μοναρχία: «Εμείς, [η Αριστερά] έχουμε γίνει μπουρζουαζία. Έχουμε αποκοπεί από τους ανθρώπους. Πρέπει να ξανακατακτήσουμε τις λαϊκές γειτονιές. Οι ισλαμιστές δελέασαν το φυσικό μας εκλογικό σώμα. Τους υπόσχονται τον παράδεισο στη γη». Σε αντίθεση, ένας ισλαμιστής ηγέτης είπε στο Ramonet: «αντιμέτωποι με την αδιαφορία της πολιτείας και την σκληρότητα της καθημερινής ζωής, οι άνθρωποι ανακαλύπτουν, χάρη σε μας, αλληλεγγύη, αυτοβοήθεια, αδελφικότητα. Καταλαβαίνουν ότι το Ισλάμ είναι ανθρωπισμός».[95]

Το αντίστοιχο του λαϊκού Ισλάμ στις παραγκουπόλεις της Λατινικής Αμερικής και ενός μεγάλου μέρους της Αφρικής νότια της Σαχάρας είναι η Εκκλησία της Πεντηκοστής. Ο Χριστιανισμός είναι πλέον στην πλειοψηφία του, μια μη Δυτική θρησκεία (τα δύο τρίτα των οπαδών του ζουν έξω από τη Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική), και η Εκκλησία της Πεντηκοστής είναι ο πιο δυναμικός ιεραπόστολος στις πόλεις της φτώχειας. Πράγματι, το ιστορικό γνώρισμα της Πεντηκοστής είναι το εξής: είναι η πρώτη μεγάλη παγκόσμια θρησκεία που αναπτύχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις σύγχρονες παραγκουπόλεις. Με ρίζες στον πρώιμο ενθουσιώδη Μεθοδισμό και την αφροαμερικανική πνευματικότητα, η Εκκλησία της Πεντηκοστής «ξύπνησε» όταν το Άγιο Πνεύμα έδωσε το χάρισμα της γλώσσας σε συμμετέχοντες μιας διαφυλετικής μαραθώνιας προσευχής σε κάποια φτωχή γειτονιά του Λος Άντζελες, στην οδό Azusa το 1906. Ενωμένος γύρω από την πνευματική βάπτιση, την θαυματουργή ίαση, τα χαρίσματα και μια προχιλιαστική πίστη στον επερχόμενο παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ του κεφαλαίου και των εργατών, η πρώιμη Αμερικανική Εκκλησία της Πεντηκοστής –όπως οι ιστορικοί των θρησκειών έχουν επανειλημμένως τονίσει– ξεκίνησε σαν μια «προφητική δημοκρατία» της οποίας οι αγροτικές και αστικές περιφέρειες συνέπιπταν μερικώς, με τις αντίστοιχες του Λαϊκισμού και των Industrial Workers of the World (γνωστοί και ως Wobblies).[96] Πράγματι όπως και οι οργανωτές Wobbly, οι πρώτοι ιεραπόστολοι στην Λατινική Αμερική και Αφρική «συχνά ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα, γνωρίζοντας σπανίως που θα περνούσαν την νύχτα ή πως θα εξασφάλιζαν το επόμενο γεύμα τους».[97] Επίσης, δεν έκαναν καμία παραχώρηση στο IWW και κατηγορηματικά αποκήρυτταν τις αδικίες του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο οποίος αναπόφευκτα θα καταστρεφόταν.

Συμπτωματικά, η πρώτη βραζιλιάνικη συναγωγή σε μια αναρχική εργατική συνοικία του Σάο Πάολο ιδρύθηκε από ένα Ιταλό βιοτέχνη και μετανάστη που είχε ανταλλάξει τον Malatesta για το Άγιο Πνεύμα στο Σικάγο.[98] Στη Νότια Αφρική και στη Ροδεσία, η Εκκλησία της Πεντηκοστής ανέπτυξε τα πρώτα της ερείσματα στους περίβολους ορυχείων και στις παραγκουπόλεις, όπου, σύμφωνα με τον Jean Cornaroff, «έμοιαζε να ταιριάζει με τις ντόπιες αντιλήψεις περί πραγματικών πνευματικών δυνάμεων και να επανορθώνει την αποπροσωποποίηση και αδυναμία της αστικής εργατικής εμπειρίας»[99] Δίνοντας ένα μεγαλύτερο ρόλο στις γυναίκες απ’ ότι άλλες χριστιανικές εκκλησίες και υποστηρίζοντας πολύ την εγκράτεια και την λιτότητα, η Εκκλησία της Πεντηκοστής –όπως ανακάλυψε ο R. Andrew Chesnut στα baixadas της Μπελέμ– ανέκαθεν ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στο «πιο εξαθλιωμένο στρώμα των φτωχών τάξεων»: εγκαταλειμμένες σύζυγοι, χήρες και μοναχικές μητέρες.[100] Από το 1970, σε μεγάλο βαθμό λόγω της έλξης που ασκεί στις γυναίκες των εξαθλιωμένων συνοικιών αλλά και της φήμης της ότι δεν κάνει διακρίσεις χρωμάτων, αναπτύχθηκε τόσο ώστε να είναι το κατά τεκμήριο μεγαλύτερο αυτόνομο αστικό κίνημα των φτωχών στον πλανήτη.[101]

Αν και πρόσφατοι ισχυρισμοί ότι «περισσότεροι από 533 εκατομμύρια Πεντηκοστιανοί/χαρισματικοί υπήρχαν στον κόσμο το 2002» είναι μάλλον υπερβολικοί, μπορεί πολύ εύκολα ο αριθμός τους να είναι περίπου στο μισό. Είναι γενικά αποδεκτό ότι το 10% της Λατινικής Αμερικής ανήκει στην Εκκλησία της Πεντηκοστής (περίπου 40 εκατομμύρια άνθρωποι) και ότι το κίνημα υπήρξε η σπουδαιότερη πολιτιστική αντίδραση στην εκρηκτική και τραυματική αστικοποίηση.[102] Φυσικά με την παγκοσμιοποίησή της, η Εκκλησία της Πεντηκοστής διαφοροποιήθηκε σε διακριτά ρεύματα και κοινωνιολογίες. Παρότι στη Λιβερία, τη Μοζαμβίκη και τη Γουατεμάλα, εκκλησίες επιδοτούμενες από την Αμερική υπήρξαν φορείς δικτατοριών και καταπίεσης ενώ κάποιοι κλάδοι στις ΗΠΑ αναβαθμίστηκαν κυρίως από ρεύμα του φονταμενταλισμού που προέρχεται από τα προάστια, το ιεραποστολικό ρεύμα της Εκκλησίας της Πεντηκοστής στον Τρίτο Κόσμο παραμένει κοντύτερα στο αρχικό χιλιαστικό πνεύμα της Οδού Azusa.[103] Πάνω από όλα, σύμφωνα με τα ευρήματα του Chesnut στη Βραζιλία: «Η Εκκλησία της Πεντηκοστής… παραμένει μια θρησκεία της άτυπης περιφέρειας και στη Μπελέμ, συγκεκριμένα, των φτωχότερων από τους φτωχούς». Στο Περού, εκεί όπου η Εκκλησία της Πεντηκοστής αυξάνεται σχεδόν λογαριθμικά στις μεγάλες barriadas της Λίμα, ο Jefrey Gamarra ισχυρίζεται ότι η αύξηση των σεκτών και της ανεπίσημης οικονομίας «είναι συνέπεια και αντίδραση του ενός με το άλλο».[104] Ο Paul Freston προσθέτει ότι είναι «η πρώτη αυτόνομη μαζική θρησκεία στη Λατινική Αμερική… Οι αρχηγοί μπορεί να μην είναι δημοκρατικοί αλλά προέρχονται από την ίδια κοινωνική τάξη».[105]

Σε αντίθεση με το λαϊκιστικό Ισλάμ, το οποίο δίνει έμφαση στην συνέχεια και στην διαταξική αλληλεγγύη της πίστης, η Εκκλησία της Πεντηκοστής, ακολουθώντας την παράδοση της αφροαμερικανικής της προέλευσης, διατηρεί μια θεμελιώδη ταυτότητα που σχετίζεται με την εξορία. Παρά το ότι, όπως και το Ισλάμ στις παραγκουπόλεις, συσχετίζει αποτελεσματικά τον εαυτό της με τις ανάγκες για επιβίωση της ανεπίσημης εργατικής τάξης (οργανώνοντας δίκτυα αυτοβοήθειας για τις φτωχές γυναίκες, προσφέροντας πίστη για ίαση σαν εναλλακτικό φαρμάκων, προσφέροντας αποκατάσταση από τον αλκοολισμό και τον εθισμό, θωρακίζοντας τα παιδιά από τους πειρασμούς του δρόμου και πολλά άλλα), το υπέρτατο αξίωμά της είναι τούτο: ο αστικός κόσμος είναι διεφθαρμένος, άδικος και ανεπίδεκτος αναμόρφωσης. Μένει να δούμε κατά πόσον, όπως η Jean Comarrof ισχυρίστηκε στο βιβλίο της για τις αφρικανικές σιωνιστικές εκκλησίες (πολλές από τις οποίες τώρα είναι Πεντηκοστιανές), αυτή η θρησκεία των «περιθωριοποιημένων μέσα στις παραγκουπόλεις του νεοαποικιακού μοντερνισμού» είναι πραγματικά μια «πιο ριζοσπαστική» αντίσταση απ’ ό,τι η «συμμετοχή στην επίσημη πολιτική και στις εργατικές οργανώσεις».[106] Όμως, με την Αριστερά ακόμη απούσα από τις εξαθλιωμένες συνοικίες, η εσχατολογία της Εκκλησίας της Πεντηκοστής αρνείται θαυμάσια την απάνθρωπη μοίρα της πόλης του Τρίτου Κόσμου για την οποία προειδοποιεί η έκθεση «Παραγκουπόλεις». Επίσης, αγιοποιεί αυτούς που με κάθε δομική και υπαρξιακή έννοια πραγματικά ζουν στην εξορία.

[1] UN Population Division, «World Urbanization Prospects, the 2001 Revision», New York 2002.

[2] Population Information Program, «Population Reports: Meeting the Urban Challenge», vol. XXX, Νo. 4, Fall 2002, p. 1.

[3] Wolfgang Lutz, Warren Sandeson and Sergei Scherbov, ‘Doubling of world population unlikely’, Nature 387, 19 June 1997, pp. 803-4. Παρόλα αυτά ο πληθυσμός της Αφρικής νότια της Σαχάρας θα τριπλασιαστεί ενώ της Ινδίας θα διπλασιαστεί.

[4] Global Urban Observatory, «Slums of the World: The face of urban poverty in the new millennium?», New York 2003, p. 10.

[5] Αν και η ταχύτητα της παγκόσμιας αστικοποίησης δεν αμφισβητείται, οι ρυθμοί ανάπτυξης συγκεκριμένων πόλεων μπορεί να ανακοπούν απότομα λόγω των τριβών που προκαλούνται από το μέγεθος και την συμφόρηση. Ένα γνωστό παράδειγμα μιας τέτοιας «μεταστροφής πόλωσης» είναι η πόλη του Μεξικού: Παρά τις γενικές προβλέψεις για πληθυσμό 25 εκατομμυρίων στη δεκαετία του 1990, ο τωρινός πληθυσμός είναι περίπου 18-19 εκατομμύρια. Βλ. Yue-man Yeung, «Geography in an age of mega-cities», International Social Sciences Journal 151, 1997, p. 93.

[6] For a perspective, see Yue-Man Yeung, «Viewpoint: Integration of the Pearl River Delta», International Development Planning Review, vol. 25, Νo. 3, 2003.

[7] «Far Eastern Economic Review», Asia 1998 Yearbook, p. 63.

[8] UN-Habitat, «The Challenge of the Slums: Global Report on Human Settlements 2003», London 2003, p. 3.

[9] Gregory Guldin, What’s a Peasant to Do? Village Becoming Town in Southern China, Boulder, CO 2001, p. 13.

[10] Miguel Villa and Jorge Rodriguez, «Demographic trends in Latin America’s metropolises, 1950-1990», στο Alan Gilbert (επιμ.), The Mega-City in Latin America, Tokyo 1996, pp. 33-4.

[11] Guldin, Peasant, pp. 14, 17. Βλ. επίσης Jing Neng Li, «Structural and Spatial Economic changes and their Effects on Recent Urbanization in China», στο Gavin Jones and Pravin Visaria (επιμ.), Urbanization in Large Developing Countries, Oxford 1997, p. 44.

[12] Βλ. T. McGee, «The Emergence of Desakota Regions in Asia: Expanding a Hypothesis», στο Northon Ginsburg, Bruce Koppeli and T. McGee (επιμ.), The Extended Metropolis: Settlement Transition in Asia, Honolulu 1991.

[13] Yue-man Yeung and Fu-chen Lo, «Global restructuring and emerging urban corridors in Pacific Asia», στο Lo and Yeung (επιμ.), Emerging World Cities in Pacific Asia, Tokyo 1996, p. 41.

[14] Guldin, Peasant, p. 13.

[15] Wang Mengkui, advisor to the State Council, Financial Times, 26 Νοεμβρίου 2003. Μετά τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς του τέλους του 1970, υπολογίζεται ότι περίπου 300 εκατομμύρια Κινέζοι έχουν μετακομίσει από αγροτικές σε αστικές περιοχές. Ακόμη 250 με 300 εκατομμύρια αναμένονται να ακολουθήσουν στις ερχόμενες δεκαετίες. (Financial Times, 16 December 2003.)

[16] Josef Gugler, «Introduction—II. Rural-Urban Migration», στο Gugler (επιμ.), Cities in the Developing World: Issues, Theory and Policy, Oxford 1997, p. 43. Για μια άποψη αντίθετη στο ρεύμα, που διαψεύδει τα καθολικώς αποδεκτά στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και των Ηνωμένων Εθνών υπέρ των συνεχιζόμενων υψηλών ρυθμών αστικοποίησης στη δεκαετία του ’80, βλ. Deborah Potts, «Urban lives: Adopting new strategies and adapting rural links», στο Carole Rakodi (επιμ.), The Urban Challenge in Africa: Growth and Management of Its Large Cities, Tokyo 1997, pp.463-73.

[17] David Simon, «Urbanization, globalization and economic crisis in Africa», in Rakodi, Urban Challenge, p. 95.

[18] Βλ. Josef Gugler, «Overurbanization Reconsidered», στο Gugler, Cities in the Developing World, pp. 114-23. Σε αντίθεση, οι πρώην κεντρικά διοικούμενες οικονομίες της Σοβιετικής Ένωσης και της μαοϊκής Κίνας περιόρισαν την εσωτερική μετανάστευση στις πόλεις και συνεπώς έτειναν προς την «υπο-αστικοποίηση».

[19] Πρόλογος στο Jacinta Prunty, Dublin Slums 1800-1925: A Study in Urban Geography, Dublin 1998, p. ix,

[20] «Συνεπώς, φαίνεται ότι στις χώρες με χαμηλό εισόδημα μια σημαντική μείωση στα αστικά εισοδήματα δεν είναι υποχρεωτικό να προκαλέσει στο εγγύς μέλλον μείωση στη μετανάστευση από την ύπαιθρο στα αστικά κέντρα». Nigel Harris, «Urbanization, Economic Development and Policy in Developing Countries», Habitat International, vol. 14, Νo. 4, 1990, p. 21-2.

[21] Σχετικά με την αστικοποίηση του Τρίτου Κόσμου και την παγκόσμια κρίση του εξωτερικού χρέους, βλ. York Bradshaw and Rita Noonan, «Urbanization, Economic Growth, and Women’s Labour-Force Participation», στο Gugler, Cities in the Developing World, pp. 9-10.

[22] «Slums»: Για λεπτομέρειες της δημοσίευσης δείτε την παραπομπή 8.

[23] Branko Milanovic, True world income distribution 1988 and 1993, World Bank, New York 1999. Ο Milanovic και ο συνεργάτης του Schlomo Yitzak είναι οι πρώτοι που υπολόγισαν τη διανομή του παγκόσμιου εισοδήματος με βάση τα στοιχεία ερευνών σε νοικοκυριά μεμονωμένων χωρών.

[24] Για να είμαστε ακριβείς, η UNICEF έχει ασκήσει κριτική στο ΔΝΤ για χρόνια, τονίζοντας ότι «εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά του αναπτυσσόμενου κόσμου έχουν πληρώσει με τη ζωή τους τα χρέη των χωρών τους». Βλ. The State of theWorld’s Children, Oxford 1989, p. 30.

[25] «Slums», p. 6.

[26] Θα περίμενε κανείς από μια τέτοια μελέτη να ερευνήσει, από τη μια πλευρά τους αστικούς κινδύνους και τις βλάβες των υποδομών, και από την άλλη, τις επιπτώσεις των κλιματολογικών αλλαγών στην γεωργία και την μετανάστευση.

[27] Prunty, Dublin Slums, p. 2.

[28] «Slums», p. 12.

[29] «Slums», pp. 2-3.

[30] Βλ. A. Oberai, Population Growth, Employment and Poverty in Third World Mega-Cities, New York 1993, p. 28. Το 1980 η ομάδα ανθρώπων 0-19 στις μεγάλες πόλεις του ΟΟΣΑ κάλυπτε 19 έως 28% του πληθυσμού ενώ στις υπερπόλεις του Τρίτου Κόσμου το 40-53%.

[31] Slums of the World, pp. 33-4.

[32] Simon, «Urbanization in Africa», p. 103; και Jean-Luc Piermay, «Kinshasa: A reprieved mega-city?», στο Rakodi, Urban Challenge, p. 236.

[33] Sabir AM, «Squatters: Slums within Slums», στο Prodipto Roy and Shangon Das Gupta (επιμ.), Urbanization and Slums, Delhi 1995, pp. 55-9.

[34] Jonathan Rigg, Southeast Asia: A Region in Transition, London 1991, p. 143.

[35] Slums of the World, p. 34

[36] Salah El-Shakhs, «Toward appropriate urban development policy in emerging mega-cities in Africa», στο Rakodi, Urban Challenge, p. 516.

[37] Daily Times of Nigeria, 20 Οκτωβρίου 2003. Το Λάγος έχει σημειώσει την πιο εκρηκτική αύξηση από όλες τις μεγάλες χώρες του Τρίτου Κόσμου εκτός από τη Ντάκα. Το 1950 είχε μόλις 300.000 κατοίκους αλλά κατόπιν μεγάλωσε με ρυθμό 10% το χρόνο μέχρι το 1980, όταν ο ρυθμός μειώθηκε στο 6% –και πάλι ραγδαίος ρυθμός– στα χρόνια της δομικής αναδιάρθρωσης.

[38] Amy Otchet, «Lagos: the survival of the determined», UNESCO Courier, June 1999.

[39] «Slums», p. 50.

[40] Winter King, «Illegal Settlements and the Impact of Titling Programmes», Harvard Law Review, vol. 44, Νo. 2, September 2003, p. 471.

[41] United Nations, «Karachi», Population Growth and Policies in Megacities series, New York 1988, p. 19.

[42] Παρόλα αυτά η απουσία υποδομών επιτρέπει σε ευκαιριακούς εργάτες την λιανική πώληση αμέτρητων προϊόντων: πώληση νερού, μεταφορά με καρότσι ακαθαρσιών υπονόμου, ανακύκλωση σκουπιδιών, διανομή προπανίου κ.λπ.

[43] World Resources Institute, World Resources: 1996-97, Oxford 1996, p. 21.

[44] Slums of the World, p. 25.

[45] «Slums», p. 99.

[46] Slums of the World, p. 12.

[47] Για μια αντιπροσωπευτική μελέτη, βλ. Greg Bankoff, «Constructing Vulnerability: The Historical, Natural and Social Generation of Flooding in Metropolitan Manila», Disasters, vol. 27, Νo. 3, 2003, pp. 224-38.

[48] Otchet, «Lagos»; and Li Zhang, Strangers in the City: Reconfigurations of Space, Power and Social Networks within China’s Floating Population, Stanford 2001. Alan Gilbert, The Latin American City, New York 1998, p. 16.

[49] Martin Ravallion, «On the urbanization of poverty», World Bank paper, 2001.

[50] «Slums», p. 28.

[51] Slums of the World, p. 12.

[52] Fidelis Odun Balogun, Adjusted Lives: stories of structural adjustment, Trenton, NJ 1995, p. 80.

[53] Θεωρητικοί της «αστικής μεροληψίας», όπως ο Michael Lipton που εισήγαγε τον όρο το 1977, υποστηρίζουν ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες υπάρχει η τάση να διατίθενται ανεπαρκή κεφάλαια για την αγροτική δραστηριότητα ενώ οι πόλεις «υπεραστικοποιούνται» γιατί οι δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές μεροληπτούν υπέρ των αστικών ελίτ και διαστρεβλώνουν τις ροές των επενδύσεων. Οι πόλεις τρέφονται με το αίμα της υπαίθρου. Βλ. Lipton, Why Poor People Stay Poor: A Study of Urban Bias in World Development, Cambridge 1977.

[54] Παρατίθεται στο Tony Killick, «Twenty-five Years in Development: the Rise and Impending Decline of Market Solutions», Development Policy Review, vol. 4, 1986, p. 101.

[55] Deborah Bryceson, «Disappearing Peasantries? Rural Labour Redundancy in the Neoliberal Era and Beyond», στο Bryceson, Cristobal Kay and Jos Mooij (επιμ.), Disappearing Peasantries? Rural Labour in Africa, Asia and Latin America, London 2000, p. 304-5.

[56] Ha-Joon Chang, «Kicking Away the Ladder: Infant Industry Promotion in Historical Perspective», Oxford Development Studies, vol. 31, Νo. 1, 2003, p. 21. «Το κατά κεφαλήν εισόδημα στις αναπτυσσόμενες χώρες μεγάλωσε κατά 3% το χρόνο μεταξύ του 1960 και 1980 αλλά μόνο με 1,5% μεταξύ του 1980 και του 2000… Επομένως οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι είναι αντιμέτωποι με το εξής παράδοξο. Οι αναπτυσσόμενες χώρες αναπτύχθηκαν πολύ γρηγορότερα όταν χρησιμοποίησαν “κακές” πολιτικές μεταξύ 1960-80 από όταν χρησιμοποίησαν “καλές” (ή τουλάχιστον “καλύτερες”) πολιτικές κατά τις δύο επόμενες δεκαετίες» (σελ. 28).

[57] «Slums», p. 48.

[58] Carole Rakodi, «Global Forces, Urban Change, and Urban Management in Africa», στο Rakodi, Urban Challenge, pp. 50, 60-1.

[59] Piermay, «Kinshasa», p. 235-6; Megacities, Time, 11 Ιανουαρίου 1993, p. 26.

[60] Michael Mattingly, «The Role of the Government of Urban Areas in the Creation of Urban Poverty», στο Sue Jones and Nici Nelson (επιμ.), Urban Poverty in Africa, London 1999, p. 21.

[61] Adil Ahmad and Ata EI-Batthani, «Poverty in Khartoum», Environment and Urbanization, vol. 7, Νo. 2, Oκτώβριος 1995, p. 205.

[62] Alain Dubresson, «Abidjan», στο Rakodi, Urban Challenge, pp. 261-3.

[63] World Bank, «Nigeria: Country Brief», Σεπτέμβριος 2003.

[64] UN, «World Urbanization Prospects», p. 12.

[65] Luis Ainstein, «Buenos Aires: a case of deepening social polarization», στο Gilbert, Mega-City in Latin America, p. 139.

[66] Gustavo Riofrio, «Lima: Mega-city and mega-problem», στο Gilbert, Mega-City in Latin America, p. 159 και Gilbert, Latin American City, p. 73.

[67] Hamilton Tolosa, «Rio de Janeiro: Urban expansion and structural change», στο Gilbert, Mega-City in Latin America, p. 211.

[68] World Bank, «Inequality in Latin America and the Caribbean», New York 2003.

[69] Orlandina de Oliveira and Bryan Roberts, «The Many Roles of the Informal Sector in Development», στο Cathy Rakowski (επιμ.), Contrapunto: the Informal Sector Debate in Latin America, Albany 1994, pp. 64-8.

[70] Christian Rogerson, «Globalization or informalization? African urban economies in the 1990s», στο Rakodi, Urban Challenge, p. 348.

[71] «Slums», p. 2.

[72] Albert Park et al., «The Growth of Wage Inequality in Urban China, 1988 to 1999», World Bank working paper, Φεβουάριος 2003, p. 27 και John Knight and Linda Song, «Increasing urban wage inequality in China», Economics of Transition, vol. 11, Νo. 4, 2003, p. 616.

[73] «Slums», p. 34.

[74] Shaohua Chen and Martin Ravallion, «How Did the World’s Poorest Fare in the 1990s?», World Bank, 2000.

[75] Βλ. Late Victorian Holocausts: El Nino Famines and the Making of the Third World, London 2001, pp. 206-9.

[76] «Slums», pp. 40, 46.

[77] Keith Hart, «Informal income opportunities and urban employment in Ghana», Journal of Modern African Studies, 11, 1973, pp. 61-89.

[78] Alejandro Portes and Kelly Hoffman, «Latin American Class Structures: Their Composition and Change during the Neoliberal Era», Latin American Research Review, vol. 38, No. 1, 2003, p. 55.

[79] «Slums», p. 60.

[80] από τον Economist, 21 Μαρτίου 1998, p. 37.

[81] Dennis Rondinelli and John Kasarda, «Job Creation Needs in Third World Cities», στο Kasarda and Allan Parnell (επιμ.), Third World Cities: Problems, policies and prospects, Newbury Park, CA 1993, pp. 106-7.

[82] «Slums», p. 103.

[83] Guy Mhone, «The impact of structural adjustment on the urban informal sector in Zimbabwe», Issues in Development discussion paper No. 2, International Labour Office, Geneva n.d., p. 19.

[84] «Slums», p. 104.

[85] Οι Orlandina de Oliveira και Bryan Roberts σωστά τονίζουν ότι η χαμηλή στοιβάδα της αστικής εργατικής δύναμης θα πρέπει να ταξινομηθεί, «όχι απλά σύμφωνα με τίτλους απασχόλησης ή με το αν ή εργασία είναι επίσημη ή ανεπίσημη, αλλά σύμφωνα με τη στρατηγική του νοικοκυριού για την εύρεση εισοδήματος.» Η μεγάλη μάζα των φτωχών αστών μπορεί να επιβιώσει μόνο με «κοινό εισόδημα, και το μοίρασμα καταλύματος, φαγητού και άλλων πόρων» είτε με συγγενείς είτε με αυτούς που μοιράζονται τη γη. («Urban Development and Social Inequality in Latin America», στο Gugler, Cities in the Developing World, p. 290.)

[86] Στατιστικές για τα παιδιά του δρόμου: Natural History, Ιούλιος 1997, p. 4.

[87] Dubresson, «Abidjan», p. 263.

[88] Rogerson, «Globalization or informalization?», p. 347-51.

[89] Bryceson, «Disappearing Peasantries», pp. 307-8.

[90] Στην αρχική, ανεπανάληπτη ερμηνεία του Clifford Geertz, «εκφυλισμός» είναι «η καταπόνηση ενός εδραιωμένου μορφώματος με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό γίνεται άκαμπτο μέσω μιας εσωτερικής ανάπτυξης των λεπτομερειών.» (Agricultural involution: Social development and economic change in twolndonesian towns, Chicago 1963, p. 82.) Πιο πεζά, «εκφυλισμός», αγροτικός ή αστικός, μπορεί να ερμηνευθεί σαν η σπειροειδής αυτο-εκμετάλλευση της εργασίας (με όλους τους συντελεστές σταθερούς), η οποία συνεχίζεται παρά τις ραγδαία μειούμενες αποδόσεις, για όσο καιρό παράγεται κάποια απόδοση ή επαύξηση.


[91] John Walton, «Urban Conflict and Social Movements in Poor Countries: Theory and Evidence of Collective Action», στο συνέδριο «Cities in Transition», Humboldt University, Berlin, Ιούλιος 1987.

[92] Kurt Weyland, «Neopopulism and Neoliberalism in Latin America: how much affinity?», Third World Quarterly, vol. 24, Νo. 6, 2003, pp. 1095-115.

[93] Για μια συναρπαστική, όσο και φρικιαστική, αναφορά στην άνοδο του Shiv Sena στη Βομβάη σε βάρος των παλιότερων κομμουνιστικών και συντεχνιακών πολιτικών, βλ. Thomas Hansen, Wages of Violence: Naming and Identity in Postcolonial Bombay, Princeton 2001. Επίσης Veena Das (επιμ.), Mirrors of Violence: Communities, Riots and Survivors in South Asia, New York 1990.

[94] Hugh McLeod, Piety and Poverty: Working-Class Religion in Berlin, London and New York, 1870-1914, New York 1996, pp. xxv, 6, 32.

[95] Ignacio Ramonet, «Le Maroc indecis», Le Monde diplomatique, Ιούλιος 2000, pp. 12-13. Κάποιος άλλος πρώην αριστερός είπε στον Ramonet: «Σχεδόν το 65% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι άνθρωποι των bidonvilles είναι εντελώς αποκομμένοι από τις ελίτ. Αντιμετωπίζουν τις ελίτ όπως συνήθιζαν να αντιμετωπίζουν τους Γάλλους».

[96] Σε αυτή την αμφιλεγόμενη κοινωνιολογική ερμηνεία της Εκκλησίας της Πεντηκοστής, ο Robert Mapes Anderson ισχυρίστηκε ότι η «αθέλητη πρόθεσή του», όπως και άλλων χιλιαστικών κινημάτων, ήταν στην πραγματικότητα «επαναστατική». (Vision of the Disinherited: The Making of American Pentecostalism, Oxford 1979, p. 222.)

[97] Anderson, Vision of the Disinherited, p. 77.

[98] R. Andrew Chesnut, Born Again in Brazil: The Pentecostal Boom and the Pathogens of Poverty, New Brunswick 1997, p. 29. Για τους ιστορικούς συσχετισμούς του Πεντηκοστισμού και του αναρχισμού στη Βραζιλία στη Βραζιλία, βλ. Paul Freston, «Pentecostalism in Latin America: Characteristics and Controversies», Social Compass, vol. 45, Νo. 3, 1998, p. 342.

[99] David Maxwell, «Historicizing Christian Independency: The Southern Africa Pentecostal Movement, c. 1908-60», Journal of African History 40, 1990, p. 249 και Jean Comaroff, Body of Power, Spirit of Resistance, Chicago 1985, p. 186.

[100] Chesnut, Born Again, p. 61. Πράγματι, ο Chesnut ανακάλυψε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν κίνησε μόνο γλώσσες αλλά και βελτίωσε οικογενειακά εισοδήματα. «Εξαλείφοντας δαπάνες που σχετίζονταν με το ανδρικό σύμπλεγμα του κύρους, οι Assembelianos μπορούσαν να μεταπηδήσουν από τα κατώτερα και μεσαία στρώματα φτώχειας στα υψηλότερα επίπεδα, και κάποιοι Quandragulares μεταπήδησαν από τη φτώχεια… στα χαμηλότερα σκαλοπάτια της μεσαίας τάξης» (σελ. 18).

[101] «Σε ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία, κανένα άλλο μη πολιτικό, μη μιλιταριστικό, εθελοντικό ανθρώπινο κίνημα δεν αναπτύχθηκε τόσο ραγδαία όσο αναπτύχθηκε το Πεντηκοστιανό-Χαρισματικό κίνημα τα τελευταία είκοσι χρόνια»: Peter Wagner, πρόλογος στο Vinson Synan, The Holiness-Pentecostal Tradition, Grand Rapids 1997, p. xi.

[102] Το υψηλό κατά προσέγγιση νούμερο είναι από το David Barret and Todd Johnson, «Annual Statistical Table on Global Mission: 2001», International Bulletin of Missionary Research, vol. 25, Νo. 1, January 2001, p. 25. Ο Synan αναφέρει ότι υπήρχαν 217 εκατομμύρια δηλωμένοι Πεντηκοστιανοί το 1997 (Holiness, p. ix). Για τη Λατινική Αμερική σύγκρινε Freston, «Pentecostalism», p. 337, Anderson, Vision of the Disinherited και David Martin, «Evangelical and Charismatic Christianity in Latin America», στο Karla Poewe (επιμ.), Charismatic Christianity as a Global Culture, Columbia 1994, pp. 74-5.

[103] Βλ. Paul Gifford, Christianity and Politics in Doe’s Liberia, Cambridge 1993. Επίσης Peter Walshe, Prophetic Christianity and the Liberation Movement in South Africa, Pietermaritzburg 1995, pp. 110-1.

[104] Jefrey Gamarra, «Conflict, Post-Conflict and Religion: Andean Responses to New Religious Movements», Journal of Southern African Studies, vol. 26, Νo. 2, June 2000, p. 272. Ο Andres Tapia παραθέτει απόσπασμα του Περουβιανού θεολόγου Samuel Escobar που θεωρεί το Φωτεινό Μονοπάτι και τους Πεντηκοστιανούς σαν «δύο όψεις του ίδιου νομίσματος» – «και οι δύο επιδίωκαν ένα δυναμικό τέλος των αδικιών, μόνο τα μέσα ήταν διαφορετικά». «Με την παρακμή του Φωτεινού Μονοπατιού, η Εκκλησία της Πεντηκοστής αναδείχτηκε η νικήτρια για τις ψυχές των φτωχών Περουβιανών». («In the Ashes of the Shining Path», Pacific News Service, 14 Feburary 1996).

[105] Freston, «Pentecostalism», p. 352.

[106] Comaroff, Body of Power, pp. 259-63

Μία απάντηση στο Mike Davis: Ο πλανήτης των παραγκουπόλεων

  1. Παράθεμα: Ο πλανήτης των παραγκουπόλεων | Αντιφωνίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s